Τρόπους για να αποτρέψουν την είσοδο λαθρεπιβατών στα ΜΜΜ φαίνεται πως αναζητά η Γερμανία, με το ποσοστό των παραβατών να έχει πολλαπλασιαστεί εκθετικά τα τελευταία χρόνια.
Όπως ανέφερε σε συνέντευξή της στην εφημερίδα «Neue Osnabrücker Zeitung» η Υπουργό Δικαιοσύνης Στέφανι Χούμπιγκ, η κυβέρνηση εξετάζει το ενδεχόμενο να «χαλαρώσει» τη νομοθεσία για όσους μετακινούνται χωρίς εισιτήριο και κινδυνεύουν με πρόστιμο μέχρι και 60 ευρώ, ενώ αν δεν το καταβάλλουν μπορεί να καταλήξουν στη φυλακή.
Μάλιστα, η ίδια σχολίασε ότι όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν εισιτήριο δεν ανήκουν σε καμιά περίπτωση στη φυλακή, εκτιμώντας ότι η λαθρεπιβίβαση θα πρέπει να μετατραπεί από ποινικό αδίκημα σε διοικητική παράβαση. «Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να αγοράσουν εισιτήριο και καταλήγουν τελικά στη φυλακή με ποινή φυλάκισης, ανήκουν πραγματικά εκεί; Εξετάζεται ποιες νομοθετικές ρυθμίσεις είναι περιττές και μπορούν να καταργηθούν», παρατήρησε η ίδια, επικαλούμενη, δε, διάταξη της περσινής συμφωνίας για τον κυβερνητικό συνασπισμό CDU και SPD.
Στο μεταξύ, ο Γερμανικός Δικηγορικός Σύλλογος φαίνεται πως συντάσσεται υπέρ των όσων σχεδιάζει η κυβέρνηση, αναφέροντας ότι «το δημόσιο όφελος από την ποινικοποίηση της λαθρεπιβίβασης είναι αμφισβητήσιμο», την ώρα που η ζημιά στην κοινωνία είναι πολλαπλάσια. Χαρακτηριστική είναι, δε, η διατύπωση του εκπροσώπου του Συλλόγου, Σβεν Βαλεντόφσκι, ο οποίος ανέφερε ότι η παράνομη μετακίνηση αποτελεί «αδίκημα φτώχειας», επικρίνοντας σφοδρότατα τις εταιρείες μεταφορών που κινούνται νομικά. «Αν δεν πληρώσετε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ρεύματος, κανείς δεν θα σκεφτόταν να εμπλέξει την εισαγγελία», πρόσθεσε ο ίδιος.
Νόμος του 1935 τους στέλνει στη φυλακή
Επί της ουσίας, η νομική βάση πίσω από τη φυλάκιση όλων όσοι δεν μπορούν να πληρώσουν εισιτήριο στα ΜΜΜ βρίσκεται στο άρθρο 265α περί απάτη για την απόκτηση παροχών, το οποίο θεσπίστηκε το 1935, κατά τη διάρκεια της ναζιστικής περιόδου. Σύμφωνα με τη γερμανική αστυνομία, το 2024 καταγράφηκαν περίπου 144.000 περιπτώσεις παράνομης απόκτησης παροχών εκ των οποίων οι περίπου 9.000 κατέληξαν στη φυλακή.