Πώς η συμμαχία Ελλάδας-Ισραήλ αλλάζει τις ισορροπίες στο Αιγαίο και... φοβίζει την Τουρκία

Πώς η συμμαχία Ελλάδας-Ισραήλ αλλάζει τις ισορροπίες στο Αιγαίο και... φοβίζει την Τουρκία

Η στρατηγική σχέση Ελλάδας και Ισραήλ έχει πλέον ξεπεράσει προ πολλού τα όρια μιας τυπικής διμερούς αμυντικής συνεργασίας και έχει αποκτήσει άλλο νόημα, που την ενισχύει σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό. Κοινές ασκήσεις, συνεκπαιδεύσεις υψηλής δυσκολίας, μεγάλα εξοπλιστικά προγράμματα, ανταλλαγή τεχνογνωσίας, συνεργασία στην κυβερνοάμυνα, στα μη επανδρωμένα συστήματα αλλά και στον κρίσιμο τομέα των στρατιωτικών πληροφοριών συνθέτουν ένα πλέγμα σχέσεων το οποίο η Άγκυρα δεν μπορεί να αγνοήσει στον επιχειρησιακό της σχεδιασμό.

Για την Τουρκία, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο το γεγονός ότι η Ελλάδα αποκτά ισραηλινά όπλα. Είναι κάτι πολύ πιο σημαντικό: οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις διαθέτουν σταδιακά πρόσβαση σε τεχνολογίες, επιχειρησιακή εμπειρία, διαδικασίες και κυρίως σε μία διαφορετική φιλοσοφία διεξαγωγής σύγχρονων επιχειρήσεων, την οποία το Ισραήλ έχει αναπτύξει μέσα από δεκαετίες πραγματικών πολεμικών συγκρούσεων. Κάτι το οποίο δεν περνά απαρατήρητο.

Ίσως η πλέον σημαντική, αλλά ταυτόχρονα λιγότερο ορατή, διάσταση της ελληνοϊσραηλινής στρατιωτικής συνεργασίας αφορά την ανταλλαγή πληροφοριών. Έχει αναφερθεί επισήμως από το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας ως ένας από τους τομείς της συνεργασίας των δύο χωρών, μαζί με τις κοινές εκπαιδεύσεις, τις διακλαδικές ασκήσεις, τη ναυτική ασφάλεια και την κυβερνοασφάλεια.

Αυτό που, προφανώς, δεν περνά στο φως της δημοσιότητας είναι το εύρος, το βάθος και κυρίως το περιεχόμενο αυτής της ανταλλαγής. Ήδη από όταν υπήρξε η ελληνοτουρκική κρίση του καλοκαιριού του 2020, από την ανάπτυξη του τουρκικού στόλου στην Ανατολική Μεσόγειο γύρω από το ερευνητικό «Oruc Reis» και το Πολεμικό Ναυτικό, πραγματοποιήθηκε η μεγαλύτερη ίσως κινητοποίηση των τελευταίων δεκαετιών. Πληροφορίες, τότε, τόνιζαν τη συνδρομή του Ισραήλ προς την ελληνική πλευρά. Πρόκειται για παροχή πολύτιμης εικόνας σχετικά με τουρκικές κινήσεις και δραστηριότητες.

Η συγκεκριμένη διάσταση δεν έχει επιβεβαιωθεί επισήμως. Άλλωστε, τέτοιου είδους συνεργασίες είθισται να μένουν απόρρητες. Ωστόσο, η αξία μιας τέτοιας δυνατότητας είναι αυτονόητη. Στον σύγχρονο πόλεμο, το κρίσιμο πλεονέκτημα δεν προκύπτει από την αριθμητική υπεροχή σε οπλικά συστήματα αλλά από τη γνώση των κινήσεων του αντιπάλου, την προετοιμασία του και τις θέσεις του στο πεδίο.

Υπάρχει και ο παράγοντας της κοινής εκπαίδευσης. Το Πρόγραμμα Αμυντικής Συνεργασίας Ελλάδας – Ισραήλ για το 2026 περιλαμβάνει συνολικά 54 δράσεις, 29 στην Ελλάδα και 25 στο Ισραήλ, που είναι σημαντικές προς την περαιτέρω ανάπτυξη της συνεργασίας. Παράλληλα οι δύο πλευρές έχουν συμφωνήσει να εμβαθύνουν τη συνεργασία τους στην αντιμετώπιση UAV και σμηνών drones, μη επανδρωμένων υποβρύχιων οχημάτων και απειλών στον κυβερνοχώρο.

Η ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία συμμετέχει συστηματικά σε ασκήσεις στην Ελλάδα. Στον «ΗΝΙΟΧΟ 2025», για παράδειγμα, συμμετείχε με G550 «Eitam», σε σενάρια που περιλάμβαναν αερομαχίες, προσβολές επίγειων στόχων και επιχειρήσεις απέναντι σε προηγμένες αντιαεροπορικές απειλές. Αντίστοιχα, τον Νοέμβριο του 2025 πραγματοποιήθηκε κοινή άσκηση του ελληνικού και του ισραηλινού Πολεμικού Ναυτικού σε ελληνικά ύδατα με πολλαπλές μονάδες και σύνθετα σενάρια θαλάσσιων απειλών.

Η συνεχής συνεκπαίδευση δημιουργεί κοινές διαδικασίες, εξοικείωση με διαφορετικές τακτικές και κυρίως μεταφορά επιχειρησιακής εμπειρίας. Το Ισραήλ αποτελεί μια από τις ελάχιστες δυτικές στρατιωτικές δυνάμεις που τα τελευταία χρόνια έχουν αποκτήσει πραγματική εμπειρία μεγάλης κλίμακας από αντιμετώπιση UAV, βαλλιστικών πυραύλων, πυραύλων cruise, ηλεκτρονικού πολέμου και κορεσμού της αεράμυνας. Αυτή η γνώση έχει για την Ελλάδα μεγαλύτερη ίσως αξία από οποιοδήποτε μεμονωμένο οπλικό σύστημα.

Αυτό φοβάται η Τουρκία

Για την Άγκυρα, το πρόβλημα δεν μένει στο ότι σε μια ενδεχόμενη ελληνοτουρκική κρίση το Ισραήλ θα ταχθεί στρατιωτικά στο πλευρό της Ελλάδας. Δεν υπάρχει, άλλωστε, κάποια συμμαχική ρήτρα. Το συμπέρασμα ότι ανά πάσα στιγμή το Ισραήλ θα βοηθούσε, είναι λανθασμένο και μπορεί να οδηγήσει σε εξίσου λανθασμένα συμπεράσματα.

Το πραγματικό πρόβλημα για τον τουρκικό σχεδιασμό είναι το ενδεχόμενο η Ελλάδα να διαθέτει καλύτερη εικόνα του πεδίου, που αναλύθηκε η σημαντικότητα αυτού του θέματος, προηγμένα ισραηλινά συστήματα, τεχνογνωσία ηλεκτρονικού πολέμου και anti-drone επιχειρήσεων, δικτυωμένη αεράμυνα, δυνατότητες βαθιών πληγμάτων και στελέχη που έχουν εκπαιδευτεί μαζί με μία από τις πλέον έμπειρες πολεμικές μηχανές παγκοσμίως.

Είναι, επίσης, η αβεβαιότητα σχετικά με το πόσο βαθιά μπορεί να φτάνει σε περίπτωση κρίσης η συνεργασία στον τομέα των πληροφοριών. Εάν ο τουρκικός σχεδιασμός δεν γνωρίζει ποια ελληνικά δεδομένα προέρχονται αποκλειστικά από ελληνικούς αισθητήρες και ποια ενδεχομένως μπορούν να εμπλουτιστούν από φίλιες πηγές, είναι υποχρεωμένος να σχεδιάζει με βάση το κακό, για αυτήν, σενάριο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ