Ο Νέος Nαυτικός Πόλεμος και τα USVs

Η μετάβαση από την κλασική θαλάσσια μάχη στον δικτυοκεντρικό πόλεμο φθοράς…
Ο Νέος Nαυτικός Πόλεμος και τα USVs
1-pVDyB.png?v=0

Του καθηγητού Αθανάσιου Κωνσταντινίδη

Μαθηματικού Δρ. ΑΠΘ

Συμβούλου επί 10ετία του ΥΠ.ΕΘ.Α των ΗΑΕ

Το περιστατικό με το ουκρανικό -μη επανδρωμένο- θαλάσσιο σκάφος επιφανείας (USV), το οποίο φέρεται να συνδέθηκε με ελληνικό εμπορικό πλοίο, δεν ήταν ένα απλό τεχνικό επεισόδιο της σύγχρονης πολεμικής πραγματικότητας. Ήταν ένα σοβαρό πολιτικό και στρατηγικό γεγονός, που αποκάλυψε, με απότομο τρόπο, ότι ο νέος πόλεμος έχει ήδη φτάσει στη Μεσόγειο και αγγίζει πλέον άμεσα και την Ελλάδα.

Οι πρώτες αντιδράσεις της ελληνικής κυβέρνησης έδειξαν περισσότερο αιφνιδιασμό και αμηχανία παρά συγκροτημένη στρατηγική προσέγγιση. Οι δημόσιες τοποθετήσεις έμοιαζαν αποσπασματικές, ενώ επιχειρήθηκε αρχικά να αντιμετωπιστεί το ζήτημα ως μεμονωμένο συμβάν, τη στιγμή που στην πραγματικότητα επρόκειτο για σαφή ένδειξη μετάβασης σε ένα εντελώς νέο επιχειρησιακό περιβάλλον. Διότι το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν μόνο: Πώς βρέθηκε εκεί το συγκεκριμένο USV. Το πραγματικό ερώτημα ήταν πολύ βαθύτερο:

Τι σημαίνει για την ασφάλεια του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου η εμφάνιση φθηνών, αυτόνομων, δικτυωμένων και δύσκολα ανιχνεύσιμων θαλάσσιων συστημάτων.

Η στιγμή που αλλάζει η ναυτική ιστορία

Για περισσότερο από έναν αιώνα, η ναυτική ισχύς βασίστηκε σε μία σταθερή λογική. Μεγάλα πλοία, υψηλό εκτόπισμα, ισχυρή θωράκιση, συγκέντρωση πυρός, αεροπορική κάλυψη, και κυριαρχία μέσω βιομηχανικής υπεροχής. Από τα θωρηκτά του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέχρι τα σύγχρονα αεροπλανοφόρα και τα αντιτορπιλικά AEGIS, η φιλοσοφία παρέμενε ουσιαστικά η ίδια. Η συγκέντρωση ισχύος δημιουργούσε κυριαρχία. Η λογική ήταν απλή. Μεγαλύτερο πλοίο, ισχυρότερο ραντάρ, περισσότερα βλήματα, μεγαλύτερη εμβέλεια, ισχυρότερη αεράμυνα, και υψηλότερη επιβιωσιμότητα.

Σήμερα, αυτή η λογική αρχίζει να κλονίζεται. Η εμφάνιση των: USVs (μη επανδρωμένα θαλάσσια σκάφη) δεν αποτελεί απλώς μία νέα κατηγορία οπλικών συστημάτων. Αποτελεί πιθανώς: μία αλλαγή πολιτισμικού και στρατηγικού παραδείγματος στον ναυτικό πόλεμο.

Ένα μικρό μη επανδρωμένο σκάφος χαμηλού κόστους, δύσκολα εντοπίσιμο, διασυνδεδεμένο μέσω δορυφόρων, με δυνατότητα αυτόνομης πλοήγησης, και συχνά φορτωμένο με εκρηκτικά, μπορεί πλέον να απειλήσει πλατφόρμες αξίας δισεκατομμυρίων.

Παράλληλα μπορεί να λειτουργήσει ως όπλο κορεσμού, ως αισθητήρας, ως δόλωμα παραπλάνησης (decoy) και ως φορέας ηλεκτρονικού πολέμου. Όλα τα παραπάνω μεταβάλλουν ριζικά την έννοια της αποτροπής, την έννοια της ναυτικής επιβίωσης, την οικονομία του πολέμου, και τελικά την ίδια τη γεωμετρία ισχύος στη θαλάσσια μάχη.

Στον 20ό αιώνα, η ναυτική κυριαρχία συχνά σήμαινε: «έλεγχος θαλάσσιας περιοχής». Στον 21ο αιώνα όμως, η έννοια αυτή αρχίζει να διαλύεται. Η θάλασσα μετατρέπεται όχι σε χώρο κυριαρχίας, αλλά σε χώρο μόνιμης αμφισβήτησης. Τα USVs δεν κοιμούνται, δεν κουράζονται και δεν έχουν πολιτικό κόστος απωλειών. Μπορούν να αναπτυχθούν μαζικά και να εμφανιστούν ταυτόχρονα από πολλαπλές κατευθύνσεις.

Αυτό παράγει διαρκή αβεβαιότητα, κόπωση πληρωμάτων, υπερφόρτωση αισθητήρων, πίεση στα συστήματα αεράμυνας, φόρτο ηλεκτρονικού πολέμου, και μόνιμη ανάγκη επιτήρησης. Με άλλα λόγια η θάλασσα μετατρέπεται σε ένα -συνεχώς -ενεργό πεδίο φθοράς. Κάπως έτσι διαμορφώνεται η κατάρρευση του κλασικού ναυτικού μοντέλου.

Πράγματι, το πρόβλημα είναι ότι σήμερα η παρωχημένη κλασική αρχιτεκτονική θαλάσσιας ισχύος παράγει πλέον τεράστιους συγκεντρωμένους στόχους υψηλής αξίας. Και εδώ ακριβώς εισέρχεται η επανάσταση των USVs. Απλά γιατί ο αντίπαλος δεν χρειάζεται πλέον να καταστρέψει ολόκληρο τον στόλο. Αρκεί να αυξήσει το κόστος επιβίωσης, να δημιουργήσει αβεβαιότητα για το ενδεχόμενο αιφνίδιου πλήγματος ή κορεσμού , να εξαναγκάσει σε αμυντική στάση και να προκαλέσει διαρκή επιχειρησιακή φθορά.   Και αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Διότι στον σύγχρονο πόλεμο η εξάντληση συχνά είναι σημαντικότερη από την καταστροφή.

Η Επανάσταση του Κόστους

Η σημαντικότερη ίσως αλλαγή που επιφέρουν τα USVs είναι οικονομική. Και ιστορικά, όταν αλλάζει η οικονομία του πολέμου, αλλάζει και η ίδια η στρατηγική. Ένα σύγχρονο αντιτορπιλικό, αεροπλανοφόρο, ή φρεγάτα πολλαπλών ρόλων, κοστίζει δισεκατομμύρια ευρώ, απαιτεί χιλιάδες άτομα υποστήριξης, τεράστια logistics, σύνθετη συντήρηση, δορυφορική και αεροπορική κάλυψη.

Αντίθετα, ένα USV μπορεί να: παραχθεί μαζικά, να αναπτυχθεί γρήγορα, να χαθεί χωρίς πολιτικό κόστος, και να χρησιμοποιηθεί σε σμήνη. Έτσι δημιουργείται μία νέα μορφή ασυμμετρίας. Η ασυμμετρία του κόστους.

Ένα μέσο αξίας: 50.000 ή 100.000 ευρώ, μπορεί να απειλεί φρεγάτες δισεκατομμυρίων. Και αυτό αλλάζει τα πάντα. Διότι το πρόβλημα πλέον δεν είναι μόνο αν το πλοίο μπορεί να καταστρέψει το USV. Το πρόβλημα είναι: πόσες φορές μπορεί να το κάνει πριν εξαντληθεί οικονομικά και επιχειρησιακά.

Ο Πόλεμος της Ουκρανίας

Η Μαύρη Θάλασσα πιθανότατα θα καταγραφεί ιστορικά ως το πρώτο πραγματικό εργαστήριο του νέου ναυτικού πολέμου. Διότι εκεί φάνηκε κάτι εξαιρετικά σημαντικό. Ένα κράτος χωρίς παραδοσιακή ναυτική υπεροχή
κατάφερε να δημιουργήσει στρατηγική πίεση, επιχειρησιακή αβεβαιότητα, και σοβαρή φθορά, μέσω drones, πυραύλων, αισθητήρων, και δικτυοκεντρικών επιθέσεων απέναντι σε έναν από τους ισχυρότερους στόλους του πλανήτη.

Η σημασία αυτού του γεγονότος είναι τεράστια, διότι για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, αυτός ο ισχυρότατος στόλος αναγκάστηκε να αλλάξει πρότυπα ανάπτυξης, να μετακινήσει μονάδες, να αυξήσει αμυντικά μέτρα, να αναδιοργανώσει επιτήρηση, και να λειτουργεί υπό συνεχή απειλή μικρών, φθηνών και επίμονων συστημάτων.

Ο Πόλεμος του Κορεσμού

Το πραγματικό μέλλον των USVs πιθανότατα δεν βρίσκεται σε μεμονωμένες επιθέσεις. Βρίσκεται στα σμήνη (swarms). Εδώ αλλάζει ολόκληρη η φιλοσοφία της ναυτικής άμυνας. Διότι ακόμη και το ισχυρότερο πλοίο διαθέτει: περιορισμένα βλήματα, περιορισμένα κανάλια εμπλοκής, πεπερασμένη δυνατότητα ταυτόχρονης αναχαίτισης. Άρα: όταν η πυκνότητα απειλών αυξηθεί αρκετά, το σύστημα αρχίζει να κορέζεται. Και όταν συμβεί κορεσμός, η πιθανότητα διαρροής απειλής αυξάνει μη γραμμικά. Και αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό θεωρητικά. Διότι μετατρέπει τον πόλεμο από γραμμική αντιπαράθεση ισχύος, σε μη γραμμικό πρόβλημα δυναμικών συστημάτων.

Η Μετάβαση στον Μωσαϊκό Πόλεμο

Τα USVs αποτελούν ιδανικό παράδειγμα αυτού που πολλοί αναλυτές αποκαλούν Mosaic Warfare (Μωσαϊκός Πόλεμος). Δηλαδή αντί για λίγες τεράστιες πλατφόρμες, υπάρχουν πολλά μικρά στοιχεία, κατανεμημένοι αισθητήρες, αυτόνομα συστήματα, προσωρινά δίκτυα, συνεργατικές επιθέσεις, και δυναμική αναδιάταξη. Η ισχύς πλέον δεν εδράζεται μόνο στην πλατφόρμα. Βρίσκεται στο δίκτυο. Και αυτό είναι ίσως η σημαντικότερη αλλαγή του σύγχρονου πολέμου.

Τα USVs και το Αιγαίο

Το Αιγαίο αποτελεί ίσως ένα από τα ιδανικότερα περιβάλλοντα παγκοσμίως για την ανάπτυξη δικτυοκεντρικού ναυτικού πολέμου, σμηνών, κορεσμού, και κατανεμημένων επιχειρήσεων. Η γεωγραφία, η νησιωτικότητα, τα στενά περάσματα, οι μικρές αποστάσεις, το σύνθετο ανάγλυφο και πολλαπλές γωνίες προσβολής, ενισχύουν δραματικά την ασυμμετρία. Σε τέτοιο περιβάλλον, η παραδοσιακή λογική: «μεγάλο πλοίο = κυριαρχία» γίνεται όλο και πιο αβέβαιη. Τα πραγματικά προβλήματα πλέον είναι επιτήρηση, η ανίχνευση, η διαχείριση κορεσμού, και η ανθεκτικότητα του δικτύου.

Συμπέρασμα

Η ναυτική ισχύς επαναπροσδιορίζεται. Τα USVs δεν είναι απλώς νέα drones. Αποτελούν μηχανισμό μετάβασης σε νέο στρατηγικό περιβάλλον. Ένα περιβάλλον όπου η συγκέντρωση γίνεται τρωτότητα και   η φθηνή μαζικότητα απειλεί την ακριβή υπεροχή. Τα δίκτυα υπερβαίνουν τις πλατφόρμες, και η φθορά γίνεται σημαντικότερη από την άμεση καταστροφή. Ο στόλος του μέλλοντος ίσως δεν καθορίζεται: από το μεγαλύτερο πλοίο. Ίσως καθορίζεται: από το πιο προσαρμοστικό δίκτυο. Και στην εποχή των USVs, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι πλέον: «ποιος ελέγχει τη θάλασσα». Το πραγματικό ερώτημα είναι «ποιος μπορεί να επιβιώσει μέσα σε μία μόνιμα αμφισβητούμενη θάλασσα».

Ποιο θα είναι το όριο αυτής της κατάστασης;

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη στρατηγική ερώτηση της επόμενης 20ετίας. Και η απάντηση πιθανότατα είναι ότι δεν υπάρχει “τελικό αντίμετρο”. Υπάρχει μόνο δυναμική ισορροπία φθοράς. Δηλαδή όπως ακριβώς συνέβη ιστορικά με το πυροβόλο απέναντι στο τείχος, με το υποβρύχιο απέναντι στο θωρηκτό, με το αεροπλάνο απέναντι στο θωρηκτό, με τον πύραυλο απέναντι στο αεροσκάφος, έτσι και τώρα τα σμήνη μεταβάλλουν τη φυσική της άμυνας.

Γιατί δυσκολεύονται τόσο πολύ τα Πανεπιστήμια και τα Ερευνητικά Κέντρα να βρουν αντίμετρα;

Διότι ουσιαστικά προσπαθούν να λύσουν ένα πρόβλημα πολύπλοκου προσαρμοστικού συστήματος. Τα σμήνη μαθαίνουν, διασπώνται, αναδιατάσσονται, συνεργάζονται, λειτουργούν κατανεμημένα, και δεν έχουν “κεντρικό εγκέφαλο”. Άρα: η καταστροφή ενός μέρους τους δεν αρκεί. Και αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Το όριο πιθανότατα δεν θα είναι ούτε τεχνολογικό, ούτε θεωρητικό. Θα είναι ενεργειακό, υπολογιστικό, και οικονομικό.

Τα σμήνη χρειάζονται ενέργεια, επικοινωνίες, αισθητήρες και επεξεργασία δεδομένων. Άρα υπάρχει φυσικό όριο αυτονομίας, αντοχής και διάρκειας λειτουργίας , εύρους ζώνης (χωρητικότητα μετάδοσης δεδομένων) και ενεργειακής πυκνότητας. Ωστόσο οι μπαταρίες, ή τεχνολογία στερεάς κατάστασης, η λειτουργία συστημάτων κυρίως με ηλεκτρονικά ή υλικά χωρίς κινούμενα μηχανικά μέρη ή χωρίς ρευστά/αέρια μέσα λειτουργίας και η βελτιστοποίηση της ΑΙ αναβαθμίζονται συνεχώς, με αποτέλεσμα το όριο να μετακινείται συνεχώς προς τα πάνω.

Το πραγματικό μέλλον, θα εξαρτηθεί από την ικανότητα των μονάδων του σμήνους, να συνεργάζονται, να αποφασίζουν, να ανακατανέμουν ρόλους, και να προσαρμόζονται σε απώλειες. Και εκεί θα αλλάξει όλο το παιχνίδι...

Ωστόσο παρ’ όλα τα σημαντικά παραπάνω, ο σημαντικότερος παράγοντας παραμένει το οικονομικό όριο. Η άμυνα παραμένει ακριβότερη από την επίθεση. Η επίθεση αποκτά οικονομική υπεροχή φθοράς. Και αυτό είναι ιστορικά τεράστιο για τον αλγοριθμικό πόλεμο προς τον οποίο βαδίζουμε. Δηλαδή η μάχη δεν θα είναι -πλέον- πλοίου εναντίον πλοίου ή άρματος εναντίον άρματος, αλλά δικτύου εναντίον δικτύου.

Δεν θα πρόκειται πλέον για «μάχη μονάδας εναντίον μονάδας», αλλά για σύγκρουση δικτύων, πληροφοριών και αυτόνομων συστημάτων σε πολλαπλά επίπεδα ταυτόχρονα. Αποτελεί θεωρητική και εκπαιδευτική απεικόνιση σύγχρονων στρατηγικών τάσεων και όχι πραγματική αξιολόγηση επιχειρησιακών δυνατοτήτων συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων. Οι πραγματικές δυνατότητες εξαρτώνται από επιχειρησιακούς και τεχνικούς παράγοντες που δεν είναι δημόσια γνωστοί.

«Το Νέο Θαλάσσιο Πεδίο Μάχης»- Τα επίπεδα του νέου ναυτικού πολέμου

2-J0PbO.png?v=0
  1. Διαστημικό επίπεδο. Στο ανώτερο τμήμα του διαγράμματος εμφανίζονται δορυφόροι επιτήρησης και επικοινωνιών. Το διάστημα αποτελεί πλέον ενεργό τμήμα της ναυτικής μάχης, παρέχοντας εντοπισμό στόχων, δορυφορικές επικοινωνίες, γεωεντοπισμό, και συνεχή ροή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Χωρίς το διαστημικό επίπεδο, το σύγχρονο δικτυοκεντρικό σύστημα χάνει μεγάλο μέρος της επιχειρησιακής του εικόνας.
  2. Εναέριο επίπεδο. Το δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει UAVs (μη επανδρωμένα αεροσκάφη), UCAVs (οπλισμένα drones), περιφερόμενα πυρομαχικά, και εναέριους κόμβους μετάδοσης δεδομένων. Τα συστήματα αυτά δεν λειτουργούν μόνο ως όπλα, αλλά και ως αισθητήρες, αναμεταδότες, και πολλαπλασιαστές πληροφορίας. Ο ουρανός μετατρέπεται σε «ψηφιακό πλέγμα επιτήρησης».
  3. Ηλεκτρομαγνητικό επίπεδο. Η μωβ ζώνη του διαγράμματος αντιπροσωπεύει το πεδίο του ηλεκτρονικού πολέμου. Εδώ διεξάγονται: παρεμβολές, παραπλανήσεις σημάτων, ηλεκτρονικές επιθέσεις, και προσπάθειες τύφλωσης αισθητήρων και ραντάρ. Στο νέο δόγμα, δεν απαιτείται πάντοτε η φυσική καταστροφή του αντιπάλου. Συχνά αρκεί η απώλεια επικοινωνίας, εικόνας μάχης, και επίγνωσης κατάστασης.
  4. Πληροφοριακό επίπεδο. Το χρυσό επίπεδο του διαγράμματος αποτελεί τον «εγκέφαλο» του συστήματος. Εδώ πραγματοποιείται η σύντηξη δεδομένων των αισθητήρων, η επεξεργασία πληροφοριών, η διοίκηση και έλεγχος, καθώς και υποβοηθούμενη λήψη αποφάσεων, μέσω τεχνητής νοημοσύνης. Η αξία πλέον δεν βρίσκεται μόνο στο όπλο, αλλά στην ταχύτητα με την οποία ένα σύστημα συλλέγει, επεξεργάζεται, και αξιοποιεί πληροφορίες.
  5. Επίπεδο Επιφανείας. Στην επιφάνεια της θάλασσας εμφανίζονται φρεγάτες, μη επανδρωμένα σκάφη επιφανείας (USVs), επιθετικά σμήνη, και διάδρομοι προσέγγισης. Η φρεγάτα Belharra παρουσιάζεται ως κόμβος ενός ευρύτερου επιχειρησιακού δικτύου και όχι ως απομονωμένη μονάδα μάχης. Ιδιαίτερη σημασία έχει το σμήνος USVs, το οποίο επιχειρεί ταυτόχρονο κορεσμό, πολλαπλές κατευθύνσεις επίθεσης, και υπερφόρτωση της άμυνας.
  6. Υποθαλάσσιο επίπεδο. Στο κατώτερο τμήμα εμφανίζονται υποβρύχια drones, αισθητήρες βυθού, sonar grids, και συστήματα επιτήρησης του θαλάσσιου πυθμένα. Ο βυθός μετατρέπεται πλέον σε ενεργό επιχειρησιακό πεδίο υψηλής στρατηγικής σημασίας.

Το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι η ισχύς δεν συγκεντρώνεται πλέον σε μία μόνο μεγάλη μονάδα, αλλά διασπείρεται σε πολλούς αισθητήρες, μικρές πλατφόρμες, drones, και συνεργαζόμενα δίκτυα. Κερδίζει όχι μόνο όποιος διαθέτει περισσότερα όπλα, αλλά όποιος βλέπει πρώτος, συνδέεται ταχύτερα, και αποφασίζει γρηγορότερα. Η τεχνητή νοημοσύνη δεν παρουσιάζεται ως μελλοντικό στοιχείο, αλλά ως ήδη ενσωματωμένο τμήμα της σύντηξης αισθητήρων, της αξιολόγησης απειλών, και της ταχύτητας λήψης αποφάσεων.

Το διάγραμμα -συνολικά- αποτυπώνει τη μετάβαση από τον κλασικό ναυτικό πόλεμο πλατφορμών, σε ένα πολυεπίπεδο, κατανεμημένο και δικτυοκεντρικό οικοσύστημα μάχης.

Ποιο θα μπορούσε να είναι το αντίμετρο; Πιθανότατα όχι ένα μόνο. Αλλά η πολυεπίπεδη άμυνα. Η επόμενη γενιά άμυνας πιθανώς θα περιλαμβάνει: όπλα κατευθυνόμενης ενέργειας (lasers), συστήματα μικροκυμάτων και τοπικά συστήματα ηλεκτρομαγνητικού παλμού (EMP). Το missile-per-drone μοντέλο δεν είναι βιώσιμο οικονομικά.

Το πιο πιθανό μέλλον λοιπόν θα είναι σμήνος εναντίον σμήνους. Η θάλασσα πιθανότατα θα γεμίσει από παθητικούς αισθητήρες, δικτυωμένα συστήματα sonar , πλωτούς κόμβους αισθητήρων και υποβρύχια δίκτυα αναμετάδοσης δεδομένων (ή υποβρύχια δίκτυα αναμεταδοτών) . Δηλαδή ένα είδος: “ψηφιακού θαλάσσιου νευρικού συστήματος”.

Κοντολογίς, δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει τελική λύση. Πιθανότερο είναι ότι ο πόλεμος θα εισέλθει σε μόνιμη κατάσταση αμοιβαίου κορεσμού. Και τότε η στρατηγική υπεροχή δεν θα ανήκει απαραίτητα στον ισχυρότερο. Αλλά: στον πιο προσαρμοστικό. Η πιο ανησυχητική πιθανότητα και εδώ είναι ίσως το πραγματικό “όριο” δεν θα είναι μόνον η τεχνολογία, αλλά και η ταχύτητα λήψης αποφάσεων.

Διότι όταν εκσυγχρονιστούν περαιτέρω τα συστήματα ΑΙ, ο ηλεκτρονικός πόλεμος , τα αυτόνομα σμήνη και η αυτοματοποιημένη εμπλοκή υπερ-υψηλής ταχύτητας, τότε ο άνθρωπος ίσως βγει εκτός βρόχου απόφασης.

Και τότε: η στρατηγική σταθερότητα του 20ού αιώνα ίσως πάψει να υπάρχει. Αυτό είναι ίσως το βαθύτερο ζήτημα του νέου πολέμου.

Μήπως η Ελλάδα άργησε -σε σχέση με την Τουρκία-στον τομέα αυτόν ;

Ναι. Αν μιλήσουμε ψυχρά στρατηγικά και τεχνολογικά: η Τουρκία κινήθηκε νωρίτερα, πιο επιθετικά, και κυρίως: πιο συστηματικά. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα είναι “εκτός παιχνιδιού”. Αλλά σημαίνει ότι η Τουρκία αντιλήφθηκε νωρίς τη μετάβαση προς τον δικτυοκεντρικό και drone-centric πόλεμο. Και αυτό είναι κρίσιμο. Το πραγματικό πλεονέκτημα της Τουρκίας δεν είναι μόνο τα drones. Είναι το ότι δημιούργησε ολόκληρο οικοσύστημα. Δηλαδή βιομηχανία, software, AI integration, αισθητήρες, data links, swarm experimentation, doctrine, export economy, operational feedback loop. Και όλα τα ανωτέρω είναι πολύ σημαντικά.

Η Ελλάδα καθυστέρησε να προσαρμοστεί στο νέο δόγμα . Επί πολλά χρόνια επένδυσε κυρίως σε “high-end platforms”, σε ακριβά συστήματα κορυφής, σε αποτρεπτικό προφίλ , σε λίγες αλλά πολύ ισχυρές μονάδες. Αυτή η επιλογή δεν αποτελεί λάθος από μόνη της, αλλά ανήκει περισσότερο στη λογική του 1990–2010, καθώς ο νέος πόλεμος αποκτά -ολοένα και -περισσότερο κατανεμημένο χαρακτήρα, λογική φθοράς, αλγοριθμική λειτουργία και δομές κορεσμού. Και εκεί η Τουρκία εισήλθε νωρίτερα.

Η γειτονική χώρα κατάλαβε αρκετά νωρίς, ότι η μαζικότητα και η φθηνή αυτονομία μπορούν να αντισταθμίσουν την έλλειψη υπερ-τεχνολογίας. Δηλαδή, αν δεν μπορείς να ανταγωνιστείς: Rafale, F-35 ή Belharra, τότε δημιουργείς   πόλεμο σμηνών , οικοσυστήματα μη επανδρωμένων συστημάτων, φθηνή ακρίβεια (δηλαδή χαμηλού κόστους πλήγματα υψηλής ακρίβειας) και ικανότητα κατανεμημένης φθοράς . Και αυτό ακριβώς έκανε...

Oι αιτίες που η Ελλάδα καθυστέρησε είναι πολλές…

Πρώτιστα επικράτησε η κλασσική στρατιωτική κουλτούρα. Η ελληνική στρατηγική σκέψη παρέμεινε δογματικά προσηλωμένη στην αεροποροκεντρική, και ναυτικοκεντρική λογική και γενικότερα με μεγάλα συστήματα και στην απουσία βιομηχανικού οικοσυστήματος.

Η χώρα μας υπέστη αποβιομηχάνιση και νόσησε μακροχρόνια από απίστευτη γραφειοκρατία στα κέντρα λήψης αποφάσεων. Το αποτέλεσμα ήταν η αποτελμάτωση της παραγωγικής βάσης της. Κι αυτό κόστισε πολύ. Τα Επιτελεία αντιμετώπισαν αρχικά τα drones ως φτηνά βοηθήματα. Δεν είδαν την αλλαγή εποχής και οι φωνές των ερευνητικών ελληνικών ομάδων προσομοίαζαν με κραυγές εν τη ερήμω…

Υπό το κράτος της πολιτικής σκανδαλοφοβίας, αλλά και της ατολμίας των επιτελικών αρμοδίων, πολλά και   σημαντικότατα πανεπιστημιακά προγράμματα Ελλήνων επιστημόνων που «έβλεπαν» να έρχεται μία νέα, μια άλλη εποχή, παρέμειναν επί σειρά ετών στα συρτάρια των Επιτελείων και του Υπουργείου Άμυνας. Έτσι, η Ελλάδα επένδυσε περισσότερο στην ποιότητα παρά στη μαζικότητα.

eikona3.png?v=0

Αυτό μπορεί να είχε και θετικά σημεία (Rafale, Belharra, ισχυρότατη Α/Α άμυνα, F-35 κ.α) . Ωστόσο, στο νέο περιβάλλον και πρώτιστα στο θαλάσσιο, η ποιότητα από μόνη της, δεν αρκεί πάντα, γιατί ο κορεσμός μπορεί να “πνίξει” ακόμη και εξαιρετικά υπερσύγχρονα συστήματα.

Αν συνδυαστούν USVs, UAVs, μη επανδρωμένα οχήματα επιφανειακής πτήσης εδάφους , αντιπλοϊκοί πύραυλοι, και μέσα ηλεκτρονικού πολέμου, τότε δημιουργείται πολυεπίπεδο περιβάλλον κορεσμού. Και τότε η άμυνα δεν ξέρει πλέον τι είναι πύραυλος, τι είναι drone, τι είναι φάντασμα (ψευδοστόχος), τι είναι πτητικό όχημα εδάφους (ground effect vehicle). Και εκεί αρχίζει ο πραγματικός κορεσμός αισθητήρων.

Συνακόλουθα το βαθύτερο πρόβλημα για την άμυνα, είναι πως -όταν και αν- εμφανιστούν όλα τα παραπάνω τότε πιθανότατα -αυτή- θα αντιμετωπίσει κρίση ταξινόμησης στόχων. Δηλαδή δεν αρκεί να εντοπίσεις κάτι. Πρέπει σε ελάχιστα δευτερόλεπτα να αποφασίσεις τι είναι, πόσο επικίνδυνο είναι, αν είναι στόχος παραπλάνησης , αν είναι κόμβος σμήνους , φορτίο ηλεκτρονικού πολέμου (σύστημα ηλεκτρονικού πολέμου επί του φορέα), αν είναι φορέας φυσικής καταστροφικής ισχύος, ( drone, πύραυλος, UAV κρούσης).

Και εκεί το πρόβλημα μετατρέπεται: από “πρόβλημα όπλων”, σε πρόβλημα ταχύτητας επεξεργασίας πληροφορίας.

…και τώρα τι κάνουμε ;

Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι το «γιατί αργήσαμε», αλλά το αν μπορούμε να προσαρμοστούμε αρκετά γρήγορα στη νέα πραγματικότητα. Και εδώ η απάντηση είναι: ναι, αλλά χρειάζεται ριζική αλλαγή φιλοσοφίας και τολμηρές αποφάσεις. Γιατί το μεγαλύτερο χαμένο πεδίο χρόνου για την Ελλάδα εδράζεται στην ανυπαρξία του κύκλου συνεργασίας: πανεπιστημιακή έρευνα →καινοτόμες νεοφυείς επιχειρήσεις→ένοπλες δυνάμεις

Η νέα εποχή απαιτεί μαθηματικούς, ερευνητές τεχνητής νοημοσύνης , ειδικούς συστημάτων ελέγχου, μηχανικούς ραδιοσυχνοτήτων , ειδικούς αυτόνομων συστημάτων και θεωρητικούς σμηνών. Δηλαδή ο πόλεμος γίνεται πλέον επιστήμη δικτύων και αλγορίθμων. Όπως προαναφέραμε, το Αιγαίο είναι ένα από τα πιο πρόσφορα στον κόσμο περιβάλλοντα για επιχειρήσεις σμηνών. Και όποιος κατανοήσει πρώτος -εκεί- τον κατανεμημένο αποκεντρωμένο πόλεμο , τις δυναμικές κορεσμού, τα αυτόνομα θαλάσσια συστήματα και την ανθεκτικότητα δικτύων, θα αποκτήσει δυσανάλογο πλεονέκτημα.

Το κρίσιμο και αγωνιώδες ερώτημα της Ελληνικής κοινωνίας

Ο ελληνικός Λαός που με το υστέρημα του αποτελεί τον μόνιμο αιμοδότη της εθνικής Άμυνας στο σύνολο του διερωτάται…Δηλαδή αγοράζουμε φρεγάτες αξίας >1.2 δις €/ μονάδα και αυτές κινδυνεύουν από ένα USV (θαλάσσιο drone) μέσης αξίας 250.000 $ ;

Είναι δεδομένο ότι η Belharra δεν θα επιχειρεί σε καθαρό περιβάλλον, αλλά σε ένα θέατρο επιχειρήσεων που θα ασφυκτιά από τις απειλές που παραπάνω περιγράψαμε. Συνεπώς το πραγματικό ερώτημα δεν είναι, αν μπορεί η Belharra να αναχαιτίσει λ.χ τον αντιπλοϊκό πύραυλο ATMACA. Το ερώτημα θα πρέπει να διατυπωθεί διαφορετικά.

Μπορεί ένα high-end δυτικό πλοίο να αντέξει την εποχή του κορεσμού; Και αυτό αλλάζει όλο το επίπεδο ανάλυσης. Ο κίνδυνος δεν είναι ο ένας ATMACA. Ο πραγματικός κίνδυνος είναι οι πολλαπλοί και ταυτόχρονοι φορείς κορεσμού. Το παραπάνω λοιπόν ερώτημα δεν θα πρέπει να μετατραπεί από προβληματισμό σε φόβο. Οι φρεγάτες FDI διατηρούν μεγάλα πλεονεκτήματα. Και από αυτά το μεγαλύτερο δεν είναι μόνο οι πύραυλοι.

Είναι: η πληροφοριακή υπεροχή. Δηλαδή → ανίχνευση → ταξινόμηση / αναγνώριση στόχου → σύντηξη αισθητήρων / ενοποίηση δεδομένων αισθητήρων → ιεράρχηση εμπλοκής στόχων και δικτυοκεντρική συνεργασία.

Αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό. Διότι στον νέο πόλεμο κερδίζει , όχι όποιος έχει περισσότερα βλήματα, αλλά: όποιος καταλαβαίνει πρώτος τι συμβαίνει. Bάσει του παρακάτω συγκεκριμένου Monte Carlo σεναρίου, η Belharra εμφανίζει, στατιστικά, αυξημένη πιθανότητα επιβίωσης (68.7%), έναντι 31.3% της πιθανότητας διάτρησης ή αποτυχίας άμυνας. Επομένως το μοντέλο σου λέει ουσιαστικά ότι: «Στις περισσότερες επαναλήψεις της προσομοίωσης, η Belharra επιβιώνει — αλλά όχι χωρίς σοβαρή πίεση».

eikona4.png?v=0

Το διάγραμμα αυτό απεικονίζει μία τρισδιάστατη στοχαστική προσομοίωση Monte Carlo (στοχαστική προσομοίωση πολλαπλών επαναλήψεων) πιθανής επίθεσης σμήνους μη επανδρωμένων θαλάσσιων συστημάτων (USVs – Unmanned Surface Vehicles / Μη Επανδρωμένων Σκάφη Επιφανείας) εναντίον φρεγάτας τύπου Belharra σε περιβάλλον Αιγαίου. Η μέθοδος Monte Carlo χρησιμοποιείται για να εξεταστούν χιλιάδες διαφορετικά πιθανά σενάρια μάχης. Σε κάθε επανάληψη αλλάζουν τυχαία παράμετροι, όπως ταχύτητα στόχων, αριθμός USVs, ηλεκτρονικές παρεμβολές, χρονισμός επίθεσης, ποσοστό επιτυχίας πυραύλων, αποτελεσματικότητα συστήματος άμυνας εγγύς προστασίας πλοίου.

Έτσι προκύπτει μία πιθανότητα και όχι μία «βεβαιότητα». Συνακόλουθα, η προσομοίωση δεν αποτελεί πρόβλεψη πραγματικής μάχης, αλλά θεωρητικό επιχειρησιακό μοντέλο .

Αναλυτικότερα…

Κεντρική περιοχή – Η φρεγάτα

Στο κέντρο βρίσκεται η φρεγάτα Belharra.

Γύρω της εμφανίζονται διαδοχικές αμυντικές ζώνες:

  • ASTER 30 → άμυνα μεγάλου βεληνεκούς,
  • ASTER 15 → μέσου βεληνεκούς,
  • CIWS (Close-In Weapon System / σύστημα εγγύς άμυνας) → τελευταία γραμμή άμυνας,
  • πυροβόλο → τελική αντιμετώπιση πολύ κοντινών απειλών.

Οι ημιδιαφανείς θόλοι δείχνουν την τρισδιάστατη αμυντική «ομπρέλα» του πλοίου.

Τα USVs και οι τροχιές επίθεσης

Τα μικρά ταχύπλοα που κινούνται περιμετρικά είναι τα USVs. Οι πολύχρωμες τροχιές δείχνουν κατευθύνσεις προσβολής, πολλαπλά κύματα επίθεσης και προσπάθεια κορεσμού της άμυνας από διαφορετικούς άξονες. Η λογική του swarm attack (επίθεσης σμήνους) βασίζεται στο ότι πολλοί μικροί στόχοι μπορούν να υπερφορτώσουν τα αμυντικά συστήματα ενός πολύ ακριβότερου πλοίου.

Τι δείχνουν τα αποτελέσματα

Στη δεξιά περιοχή εμφανίζονται πιθανότητα επιβίωσης της φρεγάτας, μέσες απώλειες USVs, κατανάλωση πυραύλων ASTER και στατιστική κατανομή αποτελεσμάτων.

Το σημαντικό εύρημα είναι ότι ακόμα και όταν η φρεγάτα επιβιώνει, αναγκάζεται να καταναλώσει σημαντικούς πόρους και να λειτουργήσει υπό καθεστώς πίεσης και κορεσμού. Αυτό είναι η ουσία του asymmetric attrition warfare (ασύμμετρου πολέμου φθοράς).

Η Belharra πιθανότατα είναι από τις καλύτερες παγκοσμίως διαθέσιμες πλατφόρμες για το νέο περιβάλλον.

Αλλά: το νέο περιβάλλον ίσως αμφισβητεί την ίδια τη λογική των μεγάλων μοναδικών πλατφορμών. Και εδώ βρίσκεται η ιστορική μετάβαση.

Το μέλλον πιθανότατα θα είναι όχι μία Belharra μόνη της, αλλά: Belharra + drones + USVs + distributed sensors + EW mesh. Δηλαδή κατανεμημένο οικοσύστημα ναυτικών πλατφορμών.

Αντί επιλόγου

Στα ολίγα «καλώς πεπραγμένα» της νυν ελληνικής κυβερνήσεως καταγράφονται οι κινήσεις των τελευταίων ετών για την Άμυνα. Ωστόσο η ελληνική κοινωνία αγωνιωδώς ρωτά… “ Μέχρι πότε; Πόσο ακόμα ; ”. Κανείς δεν γνωρίζει. Ίσως μόνον το ίδιο το Αιγαίο, το οποίο μετατρέπει το πρόβλημα σε πιο σύνθετο από όσο ήδη είναι...

Η Τουρκία πράγματι επένδυσε νωρίτερα και πιο επιθετικά στη νέα μορφή πολέμου. Αυτό είναι πραγματικότητα. Αλλά αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί και δεν πρέπει να μετατραπεί σε «στρατηγικό πανικό». ΄

Διότι ο σύγχρονος πόλεμος δεν είναι ούτε γραμμικός, ούτε “όποιος ξεκίνησε πρώτος κέρδισε”. Ναι... Η Τουρκία όντως απέκτησε πλεονέκτημα σε συγκεκριμένους τομείς . Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά.

Η Ελλάδα: παρέμεινε πολύ ισχυρή σε αεροπορική ποιότητα, EW (Electronic Warfare — Ηλεκτρονικό Πόλεμο), αντιαεροπορικά layers, pilot training, δυτικά συστήματα, sensor integration, και κυρίως σε ποιότητα δικτύου μάχης.

Επίσης, κάθε στρατιωτική καινοτομία παράγει -ως απάντηση από την άλλη πλευρά- νέες καινοτομίες. Τα υποβρύχια δεν “τελείωσαν” τα μεγάλα πλοία. Οι πύραυλοι δεν “τελείωσαν” την αεροπορία. Τα drones δεν “τελείωσαν” τα άρματα; Αυτό που συμβαίνει είναι μετασχηματισμός δόγματος. Δηλαδή είσοδο σε νέα φάση μετάβασης.

Και κανείς ακόμη δεν έχει την πλήρη απάντηση: Ούτε οι ΗΠΑ πλήρως. Ούτε η Κίνα πλήρως. Ούτε το NATO συνολικά. Το ίδιο και η Ρωσία. Τα Πανεπιστήμια ακόμη προσπαθούν να καταλάβουν την θεωρία αντιμετώπισης σμηνών, τον αυτόνομο συντονισμό και την Μαθηματική θεωρία κορεσμού.

Το πιο επικίνδυνο αυτή τη στιγμή δεν είναι το να μας προβληματίζει το τι έκανε -πριν από εμάς- η Τουρκία. Το πιο επικίνδυνο είναι να συνεχίσουμε να σκεφτόμαστε με την λογική του 80-90 σε (απευκταίο) πόλεμο του 2026. Εκεί πράγματι εδράζεται το πρόβλημα…