Μπούτσκος: «Ο αέρας στη Θεσσαλονίκη μυρίζει ξανά μπάσκετ»
Μιλώντας στην εκπομπή Playmakers, ο πρώην τεχνικός του ΠΑΟΚ, Παντελής Μπούτσκος, τόνισε μεταξύ άλλων ότι οι επενδύσεις σε ΠΑΟΚ και Άρη, καθώς και η επιστροφή του Ηρακλή, αναβαθμίζουν σημαντικά το επίπεδο του μπάσκετ στη Θεσσαλονίκη, επαναφέροντας την πόλη στο επίκεντρο του ελληνικού μπασκετικού χάρτη.
Αναλυτικά όσα είπε:
Αναλάβετε την ομάδα σε μια δύσκολη καμπή, ως πρώτος προπονητής, οδηγώντας τον ΠΑΟΚ μέχρι τον τελικό. Ήταν για εσάς προσωπικά μια σεζόν «roller coaster»;
«Πραγματικά ήταν μια τεράστια πρόκληση. Το Φεβρουάριο, με τις αλλαγές των παικτών, όταν ανέλαβα να οδηγήσω την ομάδα ως Head Coach, ήταν μια περίοδος που φαινόταν ότι οι στόχοι απομακρύνονται. Είχε χαθεί η χημεία, η κριτική ήταν πάρα πολύ έντονη λόγω και της αλλαγής στη διοικητική δομή. Οπότε εκεί με βοήθησε λίγο το τεχνοκρατικό μου προφίλ και οι σπουδές μου στα οικονομικά, γιατί έπρεπε να κάνουμε μια ιεράρχηση προτεραιοτήτων και αναγκών. Έπρεπε να επιλέξουμε ποιες μάχες θα δώσουμε ώστε η ομάδα να μπορεί να κερδίζει αγώνες. Γιατί αυτή είναι η δουλειά μας, να κερδίζουμε αγώνες μπάσκετ. Επενδύσαμε πάρα πολύ στο κομμάτι της επικοινωνίας και στο να χτίσουμε κώδικες, ώστε να βρούμε τον τρόπο να πάρουμε το μάξιμουμ από κάθε παίκτη. Ήταν όντως ένα roller coaster, γιατί δεν είχαμε περιθώριο λάθους και για την τρίτη θέση, ούτε για την πορεία μας στην Ευρώπη όπου είχαμε πολύ σημαντικούς αντιπάλους από την ACB. Κάναμε όμως μια γενναία προσπάθεια, η οποία άφησε ένα πολύ ζεστό αποτύπωμα στον κόσμο».
Βλέπουμε τον κόσμο στη Θεσσαλονίκη να αγκαλιάζει ξανά το άθλημα, με τις επενδύσεις που γίνονται. Αλλάζει η νοοτροπία στην πόλη;
«Πραγματικά, ο αέρας αρχίζει και μυρίζει μπάσκετ ξανά στη Θεσσαλονίκη. Είναι το πρώτο πράγμα που αρχίζει και συζητείται και πάλι στην πόλη. Υπάρχει πολύ βαθιά κουλτούρα στη Θεσσαλονίκη και όλοι πραγματικά ανυπομονούσαν πότε θα έρθει αυτή η στιγμή. Είναι υπέροχο να βλέπουμε τρία γεμάτα γήπεδα, τον κόσμο διψασμένο, νέα project και επενδύσεις. Είναι πραγματικά υπέροχο».
Πώς ζήσατε τον κόουτς Αντρέα Τρινκιέρι;
«Ο κόουτς είναι ένας προπονητής της Ευρωλίγκας, έχει αφήσει το στίγμα του παντού. Είναι πάρα πολύ απαιτητικός, με τεράστια έμφαση στη λεπτομέρεια. Το κυριότερο και πιο θετικό για τον ίδιο είναι ότι είχε από τον Φεβρουάριο πάρα πολύ χρόνο, χωρίς να έχει τη φθορά της καθημερινότητας, ώστε να οργανώσει τις δομές, τη ρουτίνα και το recruiting για τον ΠΑΟΚ της νέας εποχής».
Τι πρέπει να περιμένουμε από αυτόν τον ΠΑΟΚ της νέας εποχής;
«Κοιτάξτε, ουσιαστικά ο πλέον αρμόδιος για να σας απαντήσει σε αυτό είναι ο ίδιος ο κύριος Τρινκιέρι. Το σίγουρο είναι ότι έχουν ξαναζωντανέψει χρώματα που έμοιαζαν να έχουν ξεθωριάσει από την αχρησία. Νιώθεις στον κόσμο αυτή τη λαχτάρα για να γίνει το επόμενο βήμα, ώστε να φτάσει η ομάδα να αγγίξει ξανά τις κορυφές».
Πολλοί μιλούν για τον κίνδυνο να αυξηθεί η τοξικότητα με την επιστροφή των ομάδων της Θεσσαλονίκης στο προσκήνιο. Υπάρχει όμως και η ρομαντική πλευρά που λέει ότι θα ωφεληθούν τα νέα παιδιά από τον ανταγωνισμό. Ποια είναι η δική σας άποψη;
«Είναι εξαιρετικά ευτυχής η παρατήρησή σας. Είμαι πολύ χαρούμενος γιατί, αλληλεπιδρώντας εδώ στο σεμινάριο με ανθρώπους τόσο του Παναθηναϊκού όσο και του Ολυμπιακού, βλέπω ότι χαίρονται πάρα πολύ για τον αυξανόμενο ανταγωνισμό. Υπάρχει μια τεράστια προστιθέμενη αξία στο προϊόν, η οποία μόνο καλό μπορεί να κάνει στο ελληνικό μπάσκετ».
Βλέπουμε πολλούς προπονητές να δυσκολεύονται να κάνουν το βήμα προς το κορυφαίο επίπεδο, όπως η Euroleague. Είναι τόσο διαφορετικό το άθλημα εκεί;
«Σίγουρα πρέπει να υπάρχει μια πολύ καλά οργανωμένη και δομημένη προσπάθεια. Το μπάσκετ είναι παιχνίδι των παικτών. Όταν πηγαίνεις στη μεγαλύτερη σκηνή, θα πρέπει να αποδεχθείς την προσωπικότητα των αθλητών. Μια υποτιμημένη τέχνη για έναν προπονητή είναι η ικανότητα να επικοινωνεί σωστά. Πρέπει να μπορείς να πουλήσεις το όραμά σου και να το αγοράσει ο παίκτης. Υπάρχει η στερεότυπη έκφραση ότι «ο παίκτης πρέπει να αποδεχθεί τον ρόλο του». Δεν είναι τόσο απλό. Θα πρέπει να τον αγαπήσει και να τον υποστηρίξει με ενθουσιασμό. Οπότε το human management είναι το παν, ειδικά στο υψηλότερο επίπεδο».
Ειδικά με τους Αμερικανούς παίκτες που έρχονται στην Ευρώπη έχοντας πάντα στο μυαλό τους ότι πρέπει να είναι οι απόλυτοι πρωταγωνιστές;
«Έτσι ακριβώς έρχονται οι περισσότεροι στην Ευρώπη. Ξέρετε, στη δική μας γενιά είχαμε τα παραδείγματα των πολύ αυστηρών προπονητών, που λειτουργούσαν σχεδόν σαν δικτάτορες και ο νόμος τους δεν επιδεχόταν καμία αμφισβήτηση. Κάθε κουβέντα τους ήταν νόμος. Τώρα, με τη γενιά των social media, αυτό το παιχνίδι είναι οριστικά χαμένο. Θα πρέπει να βρεις έναν σύγχρονο τρόπο να επικοινωνείς, να προσεγγίζεις και να εμπνέεις αυτές τις γενιές».
Σε τι χρονικό ορίζοντα χτίζονται αυτά τα projects; Αρκεί μια χρονιά ή χρειάζεται ένα πλάνο τριετίας, όπως αναφέρουν πολλοί έμπειροι άνθρωποι του χώρου;
«Σε έναν ιδανικά πλασμένο κόσμο, θα μπορούσαμε να πούμε ότι υπάρχει η χρονιά της δημιουργίας, η χρονιά της καταξίωσης και η χρονιά των αποτελεσμάτων και των μεγάλων απαιτήσεων. Αλλά αυτά συμβαίνουν μόνο σε έναν ιδανικό κόσμο. Στην πραγματικότητα, η δουλειά μας είναι να κερδίζουμε αγώνες μπάσκετ. Είμαστε μια Performance Business. Είσαι τόσο καλός όσο ήσουν το τελευταίο Σάββατο ή την τελευταία Τρίτη που έπαιξες».
Πόσο δύσκολο είναι πλέον για έναν προπονητή να διαχειριστεί την πίεση, ακόμα και το να κυκλοφορεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης μετά από μια ήττα, ειδικά τώρα που οι απαιτήσεις έχουν αυξηθεί;
«Είχε γίνει μεγάλη κουβέντα για το point difference, καθώς στο FIBA Europe Cup που παίξαμε και με τη Μούρθια και με την Μπιλμπάο, όλο αυτό ήταν τρομερά δύσκολο στη διαχείρισή του. Μια κατοχή μπορεί να αλλάξει όλο το momentum. Το να καλυφθεί μια διαφορά 9 ή 10 πόντων σε δύο λεπτά δεν είναι τίποτα πλέον, το βλέπουμε παντού, στο ΝΒΑ, στην Euroleague, στο BCL. Κάθε κατοχή έχει τη δική της ξεχωριστή αξία. Τώρα, όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη και την πίεση που υπάρχει, για μένα, αν και ήμουν αφοσιωμένος καθημερινά στη δουλειά και δεν έβγαινα καθόλου έξω, είναι απολαυστικό να περπατάω στους δρόμους της πόλης. Ο κόσμος με περιβάλλει με τόση πολλή αγάπη, που πραγματικά ώρες-ώρες δυσκολεύομαι ακόμη και να τη διαχειριστώ».