Βαγγέλης Μαρινάκης: Δικαίωση κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας!
Δικαίωση Βαγγέλη Μαρινάκη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο!
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (του Στρασβούργου) καταδίκασε την Ελληνική Δημοκρατία για παράνομες δηλώσεις και πρακτικές της τότε κυβέρνησης, Αλέξη Τσίπρα και των τότε υπουργών του Πάνου Καμμένου, Σταύρου Κοντονή, για τις βαρύτατες συκοφαντικές κατηγορίες κατά του Βαγγέλη Μαρινάκη, αλλά και την παραβίαση βασικών αρχών του Κράτους Δικαίου, ιδίως της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου αθωότητας.
Σύμφωνα με τα όσα μετέδωσαν τόσο το Mega, όσο και ο ΑΝΤ1 «το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδίκασε τις βαρύτατες συκοφαντικές κατηγορίες κατά του Μαρινάκη και την παραβίαση των βασικών αρχών του κράτους δικαίου, ιδίως της δίκαιης δίκης και του τεκμηρίου αθωότητας».
Σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των τηλεοπτικών σταθμών, «η απόφαση καταδίκασε επίσης τις ψευδείς, συκοφαντικές κατηγορίες περί Noor 1, για τις οποίες ο κύριος Μαρινάκης έχει αμετάκλητα αθωωθεί».
«Είχε πολιτικό χαρακτήρα...»
Την ίδια στιγμή, η απόφαση δικαιώνει τους ισχυρισμούς του ότι η εμπλοκή του στην υπόθεση είχε ξεκάθαρα πολιτικό χαρακτήρα και στόχο την ομηρία του από την τότε κυβέρνηση.
To Ευρωπαϊκό Δικαστήριο καταδικάζει συγκεκριμένα τις συκοφαντικές πρακτικές, με τις οποίες επιχειρήθηκε μια οργανωμένη εκστρατεία δολοφονίας χαρακτήρα του κυρίου Μαρινάκη, με tweets, non-papers, ανώνυμες διαρροές σε δημοσιογράφους, αλλά και δημόσιες τηλεοπτικές επώνυμες δηλώσεις, που σκοπό αφενός είχαν να επηρεάσουν εναντίον του τη Δικαιοσύνη και αφετέρου να περιορίσουν την ανεξαρτησία των μέσων που ο ίδιος κατείχε.
Στην απόφασή του το ΕΔΔΑ αναφέρεται σε τρία σημεία και συγκεκριμένα:
α) Τα «non-papers» της υπηρεσίας Τύπου του Πρωθυπουργού. Μολονότι πρόκειται για ανυπόγραφα έγγραφα αγνώστου συντάκτη, το Δικαστήριο έκρινε περιττή την εικασία περί του ακριβούς περιεχομένου τους, δεδομένου ότι η χρήση του χαρακτηρισμού «ναρκέμπορος» επιβεβαιώνεται από τις ερωτήσεις δημοσιογράφων κατά την ημερήσια ενημέρωση της 30.04.2018 και την τηλεοπτική συνέντευξη της 03.05.2018. Ως προς την απόδοση στην Κυβέρνηση, η έλλειψη υπογραφής αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό ενός «non-paper» ως ανεπίσημης ανακοίνωσης· ο εκπρόσωπος της κυβέρνησης, ερωτηθείς, απέφυγε το ζήτημα του συντάκτη απαντώντας ότι «η δικαιοσύνη θα κρίνει», ενώ αναφέρθηκε σε «ανακοινώσεις της υπηρεσίας Τύπου του Πρωθυπουργού», στοιχείο που, μαζί με δημοσίευμα της 30.04.2018 περί «non-papers του Μαξίμου», ενισχύει την απόδοση στην υπηρεσία Τύπου. Η χρήση «χωρίς αποχρώσεις ή επιφυλάξεις» του χαρακτηρισμού «ναρκέμπορος» — ταυτιζόμενου με την ίδια την κατηγορία — ήταν ικανή να παρακινήσει το κοινό να πιστέψει στην ενοχή και προδίκαζε την εκτίμηση των γεγονότων
β) Οι δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης. Ο Υπουργός αναφέρθηκε ονομαστικά στον προσφεύγοντα χωρίς ρητό χαρακτηρισμό ενοχής. Η αντιπαραβολή των «τελείως αβάσιμων» κατηγοριών κατά του Υπουργού Άμυνας με τη δίωξη για «άνω των δύο τόνων καθαρής ηρωίνης» μπορούσε, κατά το Δικαστήριο, να δημιουργήσει εντύπωση υπαινιγμού περί βασιμότητας της κατηγορίας· πάντως, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι φράσεις αυτές μπορούσαν επίσης να ερμηνευθούν ως απλή επιβεβαίωση επαρκών ενδείξεων για την άσκηση δίωξης. Ο χαρακτηρισμός «άνευ προηγουμένου» θεωρήθηκε ότι μπορούσε να προσδώσει αρνητική χροιά στο προηγούμενο σχόλιο. Πλέον ανησυχητικό, ωστόσο, ήταν ότι ο Υπουργός προειδοποίησε πως, εάν η δικαιοσύνη δεν «κάνει σωστά τη δουλειά της», ενδέχεται να επισύρει πειθαρχικό έλεγχο, υπενθυμίζοντας τις πειθαρχικές του αρμοδιότητες έναντι των ανωτάτων δικαστών – διατύπωση που, στο πλαίσιο της υπόθεσης, μπορούσε να εκληφθεί ως απειλή και πίεση ως προς την έκβαση. Δεδομένης της ιδιότητάς του ως πολιτικά υπεύθυνου για την οργάνωση και λειτουργία των δικαστηρίων, όφειλε ιδιαίτερη μέριμνα. Η αφηρημένη διαβεβαίωση ότι ουδείς προδίκαζε δεν αναιρεί την εντύπωση, καθόσον αυτό που έχει σημασία είναι το πραγματικό νόημα και όχι ο γραμματικός τύπος των δηλώσεων.
γ) Οι δηλώσεις του Υπουργού Άμυνας. Η εξομοίωση του προσφεύγοντος με γνωστό ναρκέμπορο μέσω φωτογραφίας του Pablo Escobar και του παρωνυμίου «Εσκομπάρ», η αναφορά ότι «ικετεύει να πέσει η χούντα» για να απαλλαγεί από τις έρευνες «για δυόμισι τόνους ηρωίνης», και ο ισχυρισμός ότι «κατέχει 2,5 τόνους ηρωίνης» — ταυτιζόμενος με την κατηγορία — μπορούσαν να εκληφθούν από το ευρύ κοινό ως κατηγορηματική δήλωση ενοχής πριν από οποιαδήποτε κρίση επί της ουσίας. Το Δικαστήριο συνεκτίμησε επίσης ότι, στην ομιλία της 01.07.2018, ο Υπουργός επέκρινε τον εισαγγελέα για καθυστέρηση διαβίβασης της δικογραφίας στον ανακριτή, υπονοώντας ότι η κατηγορία ήταν προδήλως βάσιμη. Ο Υπουργός δεν ζήτησε δημοσίευση διάψευσης, ενώ τα βίντεο των ομιλιών ήταν επαληθεύσιμα. Η διάδοση μέσω Τύπου, λόγω της φήμης του προσφεύγοντος, επέτεινε τις βλαπτικές συνέπειες.