Ματία Ντε Σίλιο: Το ball boy που έκανε τον Τασότι να δει τον εαυτό του

Ο Ιταλός αμυντικός βρίσκεται στο στόχαστρο του Ηρακλή και το metrosport.gr σκιαγραφεί πτυχές της πορείας του
Ματία Ντε Σίλιο: Το ball boy που έκανε τον Τασότι να δει τον εαυτό του

Αν τον έβλεπε κανείς να περπατά στους δρόμους του Μιλάνο, δε θα μπορούσε να φανταστεί ότι μπροστά του είχε έναν από τους πιο αξιόπιστους αμυντικούς της γενιάς του. Το νεανικό του πρόσωπο, οι χαμηλοί τόνοι που επιλέγει καθώς και η διακριτική του παρουσία δεν παραπέμπουν σε έναν ποδοσφαιριστή που φόρεσε τη φανέλα της εθνικής Ιταλίας, πανηγύρισε τίτλους με τη Γιουβέντους, ανδρώθηκε στη Μίλαν και κουβάλησε την ετικέτα «ο νέος Μαλντίνι». 

Ο Ματία Ντε Σίλιο είναι ένας αμυντικός με πείσμα, ισχυρή προσωπικότητα και ποδοσφαιρική ωριμότητα. Έμαθε από νωρίς ότι το ταλέντο δε μπορεί από μόνο του να σου ανοίξει πόρτες και χρειάζεται υπομονή, πείσμα και επιμονή για να μείνεις στην κορυφή. Γνώρισε την αποθέωση, δέχθηκε κριτική, ταλαιπωρήθηκε από τραυματισμούς, όμως, κάθε φορά φρόντιζε να επιστρέφει αθόρυβα στη θέση του και να αφήσει το παιχνίδι να μιλήσει για εκείνον. 

Η σύγκριση με Μαλντίνι, το stop και η κλήση στην εθνική Ιταλίας

Γεννημένος τον Οκτώβριο του 1992, αγάπησε τη στρογγυλή θεά και μόλις σε ηλικία 10 ετών εντάχθηκε στις ακαδημίες της Μίλαν και, πλέον, από το να θαυμάζει από μακριά τον Πάολο Μαλντίνι, μπορούσε να τον παρακολουθεί από την άκρη του αγωνιστικού χώρου του Σαν Σίρο ως ball boy. Αργότερα, είχε την ευκαιρία να τον βλέπει και από κοντά στις προπονήσεις. Είχε την τύχη να μάθει και να εξελιχθεί παρακολουθώντας και ακούγοντας τις συμβουλές εμβληματικών μορφών της αμυντικής γραμμής του ιταλικού συλλόγου αφού εκτός από τον Μαλντίνι, στο προπονητικό κέντρο υπήρχαν και παλαίμαχοι αστέρες των «ροσονέρι», όπως ο Αλεσάντρο Νέστα, που δε δίσταζαν να τον συμβουλέψουν και να του εξηγήσουν κάποια από τα μυστικά τους. 

«Ο Ντε Σίλιο είναι η υπερηφάνεια και η χαρά μας» είχε δηλώσει ο Φίλιπο Γκάλι στη Gazzetta dello Sport ενώ και ο Φράνκο Μπαρέζι είχε πλέξει το εγκώμιο του μικρού τότε Ματία τονίζοντας ότι έβλεπε σε εκείνον την τόλμη και την αυτοπεποίθηση που του θύμιζαν το νεαρό Μαλντίνι. Και δεν ήταν μόνο ο Μπαρέζι που έκανε τη σύγκριση αφού πολλοί έβλεπαν ομοιότητες ανάμεσα στον Ντε Σίλιο και τον Μαλντίνι. Μια σύγκριση που ερχόταν εντελώς αβίαστα αφού ο Ματία μπορεί να αγωνισθεί με άνεση και στις δύο πλευρές της άμυνας ενώ έχει χρησιμοποιηθεί με επιτυχία ως κεντρικός αμυντικός. 

Η εξέλιξη του κέντρισε το ενδιαφέρον των προπονητών του και του άνοιξε την πόρτα της πρώτης ομάδας. Έκανε το ντεμπούτο του στα τέλη του 2011, όταν ήταν μόλις 18 ετών αλλά κέρδισε φανέλα βασικού την αμέσως επόμενη αγωνιστική περίοδο. Η ποιότητα και η ευελιξία του οδήγησαν αρκετούς συλλόγους να τον βάλουν στη λίστα τους αλλά και τον Τσέζαρε Πραντέλι, να του δώσει την ευκαιρία να αγωνισθεί για πρώτη φορά με τα χρώματα της Ιταλίας τον Μάρτιο του 2013. Ο Ντε Σίλιο δεν τον απογοήτευσε, άρπαξε την ευκαιρία και έδειξε τόσο άνετος που κέρδισε άμεσα στην εμπιστοσύνη του προπονητή και συμπεριλήφθηκε και στην αποστολή που κατέκτησε την τρίτη θέση στο Κύπελλο Συνομοσπονδιών εκείνο το καλοκαίρι. 

Την επόμενη χρονιά, αν μπορούσε να τη σβήσει από τη μνήμη του, θα το έκανε με μεγάλη ευκολία και ευχαρίστηση, Οι συνεχείς τραυματισμοί τον κράτησαν πίσω, όμως, όταν, πλέον, το όνομα του δε βρισκόταν στο ιατρικό δελτίο της ομάδας, συνέχισε από το σημείο που το άφησε και εντυπωσίαζε σε κάθε του εμφάνιση. Μάλιστα, είχε θέσει ως στόχο να καταφέρει να ανταποκριθεί στα πρότυπα των Καφού και Τασότι. Ο τελευταίος δεν είχε κρύψει την αδυναμία του στον μικρό καθώς είχε υποστηρίξει σε συνέντευξη του στη La Gazzetta Dello Sport ότι βλέπει τον εαυτό του στον Ντε Σίλιο καθώς είναι ένας αμυντικός που συνδυάζει αθλητικότητα, τεχνική και αντοχή. 

Φίλαθλος της Γιουβέντους 

Ο Ντε Σίλιο παρότι άρχισε την ποδοσφαιρική του καριέρα από τη Μίλαν, μικρός ήταν οπαδός της Γιουβέντους. Ο μπαμπάς του, όπως είχε παραδεχθεί σε συνέντευξη του στη La Stampa, είχε φροντίσει να του «κολλήσει» αυτό το μικρόβιο. Όμως, η μητέρα και ο παππούς του κατάφεραν να του αλλάξουν γνώμη και μπορεί να θαύμαζε τον Μαλντίνι αλλά στο δωμάτιο του οι τοίχοι ήταν γεμάτοι από φωτογραφίες των Μπουφόν, Ντελ Πιέρο, Νέντβεντ και Τουράμ. 

To 2017 πέρασε το κατώφλι της «μεγάλης κυρίας» και ο Αλέγκρι που βρισκόταν στην τεχνική ηγεσία του έδειξε τεράστια εμπιστοσύνη. Πίστεψε σε εκείνον, όπως είχε κάνει και όταν βρισκόταν και στη Μίλαν, και αυτό τον βοήθησε να δουλέψει με μεγάλη ηρεμία και αυτοπεποίθηση. Εξάλλου, όπως έχει παραδεχθεί και εκείνος, όταν οι άλλοι δείχνουν εμπιστοσύνη στις δυνατότητες σου, μπορείς να φτάσεις στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Παρέμεινε στην ομάδα τρία χρόνια και κατέκτησε πέντε τρόπαια. Έπειτα, άρχισε τις περιπλανήσεις με διάφορους δανεισμούς σε Έμπολι και Λυών. 

Γιατί ξεχωρίζει;

Πρόκειται για έναν αμυντικό που μπορεί να αγωνισθεί και στις δύο πλευρές. Είναι ιδιαίτερα άνετος με την μπάλα στα πόδια, σπάνια τη χάνει και μπορείς να τον ξεχωρίσεις εύκολα μέσα στον αγωνιστικό χώρο λόγω του τρεξίματος του. Έχει την ικανότητα να διαβάζει το παιχνίδι, είναι δυνατός στις εναέριες μονομαχίες και σπάνια πέφτει για τάκλιν αφού διαθέτει ταχύτητα και αυτοπεποίθηση για να αμύνεται όρθιος.

Χρησιμοποιεί και τα δύο πόδια ενώ είναι ιδιαίτερα αποτελεσμαστικός και στην επίθεση βοηθώντας στην ανάπτυξη της ομάδας του. Οι τοποθετήσεις του είναι συνήθως εξαιρετικές και κάνει ελάχιστα λάθη. Όμως, όταν κάνει είναι ιδιαίτερα εμφανή, όπως εκείνο που είχε οδηγήσει στο γκολ του Φρεντ στο ντεμπούτο του κόντρα στη Βραζιλία. Το μεγαλύτερο του μειονέκτημα είναι ότι γίνεται προβλέψιμος στις κινήσεις του. Όταν αγωνίζεται αριστερά, συγκλίνει πάντα προς τα μέσα ενώ όταν βρίσκεται στα δεξιά, είναι αρκετά πιο στατικός, κινείται κοντά στη γραμμή και συνήθως περιμένει την μπάλα.  

Baby face με πάθος

Κοιτάζοντας τον, σίγουρα δε μπορείς να σκεφτείς ότι είναι ένας δυνατός και σκληροτράχηλος αμυντικός, αφού το πρόσωπο του είναι τόσο... παιδικό που σου δημιουργεί την εντύπωση ενός «μαλακού» αμυντικού. Ωστόσο, αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και ο ίδιος έχει παραδεχθεί ότι μπορεί να έχει «παιδικό πρόσωπο» αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε μπαίνει δυνατά στις φάσεις ή δεν αγωνίζεται με προσωπικότητα. Ζει το παιχνίδι με πάθος, ρισκάρει και επιμένει για κάθε κατοχή και όσοι έχουν συνεργαστεί μαζί του κάνουν λόγο για ένα χαρακτήρα που δε φοβάται τις ευθύνες και παίζει με πάθος και προσωπικότητα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ