ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ

Λίσα Ιτόγια: Ο γαλανόλευκος Panther, οι... μπότες της Τούμπας και ο Αντετοκούνμπο

Η 16χρονη Λίσα Ιτόγια μιλά για την Εθνική, τον ΠΑΟΚ, τις θυσίες, τον ρατσισμό, τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, την παιδική ηλικία που δεν θέλει να χάσει και το μεγάλο της όνειρο
Λίσα Ιτόγια: Ο γαλανόλευκος Panther, οι... μπότες της Τούμπας και ο Αντετοκούνμπο

Πήρε τις δύο μπαγκέτες στα χέρια της, άρχισε να χτυπά ρυθμικά το τύμπανο και όλη η εξέδρα και οι συμπαίκτριες της φώναζαν ρυθμικά «Ελλάς». Η Εθνική Κορασίδων μόλις είχε πάρει το εισιτήριο της ανόδου για την Α’ κατηγορία και εκείνη άφησε για λίγα λεπτά πίσω το σκορ, την κούραση, τις προπονήσεις που προηγήθηκαν, τους αγώνες που χάθηκαν και την αγωνία των τελευταίων λεπτών. Γεύτηκε κάθε δευτερόλεπτο εκείνης της στιγμής που χωρούσε απλά τη γαλανόλευκη φανέλα και ένα κορίτσι που ζούσε το δικό της όνειρο αγκαλιά με τις συναθλήτριες της.

«Όταν στο τέλος είδα όλο το γήπεδο να φωνάζει «Ελλάς» και να χτυπά τα τύμπανα, ενθουσιάστηκα και είπα στον εαυτό μου ζήσ’ το γιατί δεν θα ξαναζήσεις τέτοια ευκαιρία. Όταν έχω πάθος για μια ομάδα, είμαι χαρούμενη και νιώθω safe στο περιβάλλον, μπορώ να κάνω τα πάντα για αυτούς. Οπότε αποφάσισα να ανέβω πάνω και να χτυπήσω το τύμπανο για να φωνάξουμε όλοι μαζί «Ελλάς» για τη χώρα μας. Ήξερα ότι μπορεί να μην είχα την ευκαιρία αυτή ποτέ ξανά και ήθελα με αυτόν τον τρόπο να ευχαριστήσω τον κόσμο που ήρθε να μας στηρίξει και να μας απολαύσει. Ήταν το ευχαριστώ μου στον κόσμο» παραδέχθηκε η Λίσα Ιτόγια στη συνάντηση μας.

«Το Eurobasket μου έδειξε γιατί θέλω να συνεχίσω με το μπάσκετ»

Νωρίτερα, λίγο πριν η κόρνα ηχήσει για τελευταία φορά, σαν ορμητικό κύμα μαγνήτισε τα βλέμματα πάνω της κάθε φορά που ακουμπούσε την πορτοκαλί μπάλα. Οι κινήσεις της, οι επιλογές της και το ένα καλάθι που διαδεχόταν το άλλο έκανε πολλούς να αναρωτηθούν ποια είναι η αυτή η αθλήτρια με τον αριθμό 30 στην πλάτη. Η Λίσα Ιτόγια αναδείχθηκε πρώτη σκόρερ της γαλανόλευκης και τρίτη συνολικά στο Ευρωμπάσκετ Κ16 με 19.3 πόντους, τέσσερα ριμπάουντ, 1.3 ασίστ και 1.3 κλεψίματα κατά μέσο όρο συμβάλλοντας τα μέγιστα στην άνοδο της Εθνικής Κορασίδων στην Α΄κατηγορία.

«Ήταν μια μοναδική εμπειρία. Θα μου μείνει αξέχαστη γιατί δεν έχει ο καθένας την ευκαιρία να τη ζήσει. Μπορείς να ζήσεις ένα πρωτάθλημα και ένα πανελλήνιο αλλά ένα πανευρωπαϊκό πρέπει να είσαι τυχερός για να το ζήσεις. Το καλύτερο αυτής της διοργάνωσης είναι ότι μας έδωσε τη δυνατότητα να ανταγωνιστούμε με άλλες ομάδες και να γνωρίσουμε καλύτερα τη δική μας δυναμική αλλά και των υπολοίπων. Παλαιότερα στους αγώνες χάναμε με πολλούς πόντους, μάλιστα, θεωρούσαν δεδομένο ότι θα χάναμε και ότι είμαστε οι μικρές Ελληνίδες αλλά αυτό άλλαξε πια» υποστήριξε στη συζήτηση μας.

Αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η 16χρονη είδε το όνομα της ανάμεσα στις κορυφαίες καθώς όταν η Εθνική Κορασίδων αγωνίσθηκε στο Βαλκανικό τουρνουά βρέθηκε στην κορυφαία πεντάδα. Ποτέ δεν θέλησε, όμως, να τραβήξει τα φώτα πάνω της. Ήξερε ότι η ομαδική δουλειά και η συνεργασία με τις συναθλήτριες της βοήθησε τόσο την ομάδα να πετύχει τους στόχους της όσο και την ίδια να εξελιχθεί περισσότερο και να ξεδιπλώσει το ταλέντο της στο παρκέ. Παράλληλα, βλέποντας τις επιδόσεις της, ένιωσε ότι οι κόποι της και η τόση σκληρή δουλειά άρχισαν να αποδίδουν καρπούς και στις δυο διοργανώσεις.

«Με βοήθησε η ομάδα μου γιατί ένας παίκτης δεν μπορεί να κάνει μόνος του τη δουλειά. Έπαιξε και σημαντικό ρόλο και η σκληρή δουλειά που έχω κάνει μόνη μου. Ανταμείφθηκα για όλο τον κόπο μου με τις εμφανίσεις μου. Ήταν σοκαριστικό για εμένα που βρέθηκα στην καλύτερη πεντάδα στο Βαλκανικό. Δεν το περίμενα. Στο Ευρωπαϊκό ήμουν τρίτη σκόρερ σε όλο το τουρνουά. Απλά κατάλαβα ότι η σκληρή δουλειά μπορεί να σε φτάσει ψηλά. Αυτό με έκανε να πιστέψω ότι αν συνεχίσω που μπορώ να φτάσω».

Τo Eurobasket λειτούργησε σαν ένα μικρός διακόπτης στο μυαλό της που απλά άνοιξε και της έδειξε ότι έχει επιλέξει το σωστό μονοπάτι. Ένα δρόμο που της δίνει την ευκαιρία αφενός να κάνει κάτι που αγαπά και αφετέρου να δημιουργήσει φιλίες, να συνδεθεί με τον κόσμο και να ζήσει απίστευτες στιγμές.

«Κέρδισα εμπειρία και ταπεινότητα. Έμαθα πολλά πράγματα και σίγουρα μου έδειξε γιατί θέλω να συνεχίσω με το μπάσκετ. Είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και άλλες αθλήτριες πιο δυνατές από εμένα και φυσικά, να εκπροσωπήσω τη χώρα μου που είναι ό,τι καλύτερο μπορείς να κάνεις. Είναι στόχος για κάθε αθλητή» υποστήριξε η Λίσα ενώ συνέχισε τονίζοντας ότι: «Κατάλαβα ότι στο μπάσκετ δεν είναι μόνο η πορτοκαλί μπάλα. Υπάρχουν φιλίες, ανταγωνισμός και πολλά άλλα πράγματα. Δεν είναι μόνο απλά μια μπάλα που μπαίνει στο καλάθι. Έβλεπα και τον κόσμο πως μας στήριζε και φώναζε για εμάς. Έμαθα και το πώς μπορείς να συνδεθείς με τους φιλάθλους. Ήρθαν κάποιοι και μου είπαν ότι με θεωρούν πρότυπο, ότι παρακολουθούν την πορεία μου και με ευχαρίστησαν για όσα κάνω. Αυτό για εμένα λειτουργεί ως κίνητρο για να συνεχίσω και να προσπαθήσω περισσότερο γιατί μέσα από αυτό μπορώ να βοηθήσω άτομα που δεν γνωρίζω καθόλου και να τους κάνω να πιστέψουν στους εαυτούς τους περισσότερο».

Για τη Λίσα, όμως, η κλήση στην Εθνική δεν ήρθε ως φυσικό επακόλουθο των εμφανίσεων της. Χρειάστηκε να κάνει αρκετή υπομονή, να μπλέξει με τη γραφειοκρατία και να περιμένει για να μπορέσει να φορέσει τη φανέλα με το εθνόσημο. «Τα τελευταία χρόνια δεν είχα κληθεί λόγω χαρτιών αλλά φέτος μπόρεσα να τα βγάλω και χάρηκα πάρα πολύ. Κατάλαβα ότι όλος αυτός ο κόπος δεν έγινε άδικα, χάρηκα πάρα πολύ. Τίποτα δεν είναι δεδομένο, όμως, πρέπει να δουλέψω περισσότερο. Χάρηκα τόσο πολύ όταν έγινε. Δεν θα άλλαζα με τίποτα άλλο τη στιγμή αυτή και θα ήθελα να την ξαναζήσω».

1000024016.jpg?v=0

«Γιατί φοράς μπότες; Έλα αύριο καλύτερα»

Το μπάσκετ δεν ήταν ποτέ για εκείνη απλώς μια πορτοκαλί μπάλα που κατέληγε στο πλεκτό. Ήταν ένα μονοπάτι που άρχισε να βαδίζει με... δυο μπότες και τη βοήθησε να μεγαλώσει, να μάθει να χάνει και να κερδίζει, να σηκώνεται σε κάθε πτώση, να ακούει «όχι» και να δουλεύει περισσότερο και παράλληλα, να αφήνει εκδρομές, εξόδους, κομμάτια της παιδικής της ηλικίας για μια προπόνηση, έναν αγώνα και έναν ακόμη στόχο.

Όταν ήταν μικρή, έβλεπε τη μεγαλύτερη της αδερφή να παίζει ποδόσφαιρο και ήθελε να δοκιμάσει και εκείνη κάποιο άθλημα. Δεν ήθελε να κάθεται στο σπίτι όλη μέρα ή να γίνεται απλός θεατής των προσπαθειών της αδερφής της. «Ήθελα να κάνω ένα άθλημα. Η αδερφή μου με έβλεπε στο σχολείο να παίζω με τα άλλα παιδιά και πίστευε ότι ήμουν καλή και στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ. Έλεγε «Την έχω δει να παίζει καλά μπάσκετ». Αυτό μου το έλεγαν και οι καθηγητές μου. Με ρώτησαν οι γονείς μου αν θέλω μπάσκετ και η αλήθεια είναι ότι τους είπα ότι θέλω μποξ αλλά η μαμά μου φοβόταν (γέλια). Μου άρεσε και το μπάσκετ, όμως, και αποφάσισα να δοκιμάσω».

Προερχόμενη από μία οικογένεια που αγαπά τον ΠΑΟΚ, έκανε τα πρώτα της βήματα στην ομάδα του Δικεφάλου. Βρέθηκε στην Τούμπα και ζήτησε να αγωνισθεί και παρότι οι μπότες που φορούσε δεν ήταν και το πιο κατάλληλο υπόδημα, οι άνθρωποι της ομάδας πείσθηκαν και της έδωσαν ραντεβού για την επόμενη ημέρα. «Πήγαμε στην Τούμπα και τους είπα ότι θέλω να παίξω μπάσκετ. Αποφάσισαν να με δοκιμάσουν αλλά την πρώτη μέρα δεν μπόρεσα να παίξω γιατί φορούσα μπότες (γέλια). Μου είπε ο κόουτς Κοσμάς Δάγκουλας, που ήταν και ο πρώτος μου προπονητής, γιατί φοράς μπότες; Έλα αύριο καλύτερα (γέλια). Πήγα την επόμενη με σορτσάκι, κολάν, με μια παλιά μπλούζα του ΠΑΟΚ που είχα αγοράσει και μπασκετικά παπούτσια που είχα αγοράσει. Όσο μεγάλωνα, ένιωθα καλύτερα και βελτιωνόμουν συνεχώς».

Μόλις στα δύο πρώτα χρόνια ενασχόλησης της, εξελίχθηκε και οι προπονητές της Αγγελίδης και Βασιλειάδης της έδωσαν την ευκαιρία να αγωνισθεί και με μεγαλύτερα κορίτσια, έκανε ατομικές προπονήσεις για να διορθώσει τις αδυναμίες της και όταν συμπλήρωσε πέντε χρόνια στα «ασπρόμαυρα» αποφάσισε και ανακοίνωσε στους γονείς της ότι ήθελε να ασχοληθεί πιο σοβαρά.
«Άρχισα στον ΠΑΟΚ γιατί είμαι ΠΑΟΚ. Άρχισα να παίζω για διασκέδαση αλλά μετά κατάλαβα ότι είναι ένας τρόπος να εκφραστείς μέσα από αυτό και μου άρεσε.

Επίσης, μου άρεσε γιατί είναι δίκαιο άθλημα. Μετά από δύο χρόνια έβλεπα ότι μου άρεσε περισσότερο, ότι εξελισσόμουν. Μου άρεσε αυτό. Με είχαν βάλει να παίζω και με μεγαλύτερα κορίτσια, δηλαδή εγώ ήμουν του 2010 και έπαιζα μαζί με παιδιά του 2005 και του 2006. Εξελισσόμουν, έκανα και ατομικές και κάπου στην πέμπτη μου χρονιά, είπα στους γονείς μου ότι θέλω να το συνεχίσω σοβαρά αυτό και να το εξελίξω και επαγγελματικά. Οι πρώτες προτάσεις και κλήσεις που ήρθαν, λειτούργησαν ως κίνητρο για εμένα και το είδα ακόμη πιο σοβαρά» τονίζει.

1000024017-1-1.jpg

Έκανε το ντεμπούτο της στο ντέρμπι της πόλης ανάμεσα σε ΠΑΟΚ και Άρη. Η ατμόσφαιρα τη γοήτευσε και παρότι αγωνίσθηκε λίγα λεπτά ένιωθε μεγάλη τιμή, για την οποία είναι ευγνώμων στους προπονητές της: «Συνεργάστηκα με πολλούς καλούς προπονητές και ο καθένας μου έδωσε στοιχεία. Ο Βασιλειάδης και ο Αγγελίδης με βοήθησαν περισσότερο, με δοκίμασαν με τις μεγαλύτερες και μου έδωσαν το δελτίο. Με έβαλαν να παίξω και στο πρώτο μου παιχνίδι και μάλιστα, στο ντέρμπι με τον Άρη. Έπαιξα για λίγο, έβαλα και δύο πόντους και ήταν πολύ τιμητικό. Πρώτη φορά έπαιζα σε τέτοιο παιχνίδι. Ήταν συγκλονιστικό! Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις φιλάθλους και των δύο ομάδων να φωνάζουν. Ήταν το πρώτο ματς που άκουσα κόρνες. Ήταν καταπληκτικό το vibe».

Έχοντας κερδίσει το πρώτο χρυσό στο πρωτάθλημα με τη φανέλα της αγαπημένης της ομάδας και κατακτώντας τη δεύτερη θέση στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα, αποφάσισε να κάνει το επόμενο βήμα. Ο Παναθλητικός Συκεών χτύπησε την πόρτα της, εκείνη σκέφτηκε αρκετά, ζύγισε τα υπέρ και τα κατά και αποφάσισε να αφήσει τον ΠΑΟΚ και να ανοίξει μια νέα σελίδα την πορεία της.

«Μετά το πανελλήνιο, ήρθα σε επαφή με τον Παναθλητικό και τον κ. Παπαδόπουλο, ο οποίος είναι εξαιρετικός προπονητής. Σκέφτηκα πολύ για να αποχωρήσω από τον ΠΑΟΚ γιατί ήταν η πρώτη μου ομάδα, έπαιξα σε αυτή εννέα χρόνια και δεν ήξερα αν θα μπορούσα να ξαναγυρίσω. Ωστόσο, το μπάσκετ θέλει θυσίες και αποφάσισα να κάνω το επόμενο βήμα. Στεναχωρήθηκα αλλά θεώρησα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για εμένα. Ήξερα κάποια κορίτσια από την ομάδα και τον προπονητή και δεν ήταν δύσκολη η προσαρμογή».

1000024023.jpg?v=0

«Το μπάσκετ με βοήθησε να ωριμάσω»

Μετά από δύο χρόνια στον Παναθλητικό Συκεών και 11 συνολικά στα παρκέ είναι σίγουρη ότι η πορτοκαλί θεά της έχει μάθει να χάνει και να κερδίζει, να είναι προσηλωμένη στο στόχο και να ωριμάσει. «Έχει αλλάξει ο τρόπος σκέψης μου και το πώς τα βλέπω όλα. Εμείς του μπάσκετ μοιάζει να βρισκόμαστε σα να είμαστε σε μια προστατευμένη φούσκα. Δεν βλέπουμε τον γύρω κόσμο πως είναι. Βλέπουμε ειδήσεις με όλα τα κακά που γίνονται και κάποιες φορές αναρωτιέσαι πού γίνονται όλα αυτά, τι συμβαίνει γύρω μας. Εμείς είμαστε όλη την ώρα στο παρκέ και δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τίποτα. Όταν δεις την πραγματική ζωή και καταλάβεις πόσο ωραία και άσχημη είναι, απλά σκέφτεσαι πως πρέπει να ωριμάσεις. Το μπάσκετ εμένα με βοήθησε να γίνω ώριμη, να αλλάξω τον τρόπο σκέψης μου και να βλέπω τα πάντα διαφορετικά».

Στην αλλαγή αυτή και γενικότερα στην πορεία της, υπήρξαν άνθρωποι που αποτέλεσαν ερείσματα για εκείνη και τη βοήθησαν να εξελιχθεί τόσο αγωνιστικά όσο και ως άνθρωπος. «Ο Παπαδόπουλος μου άλλαξε τα πάντα. Μου έδειξε πλήρη εμπιστοσύνη, μου έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο και με στήριξε ακόμη και όταν δεν ήμουν καλά. Ήταν εκεί για μένα, με στήριζε, με συμβούλευε. Το έκανε αυτό ακόμη και όταν έφυγε από την ομάδα. Η καλύτερη συμβουλή που μου έχει δώσει είναι ότι το ταλέντο δεν αρκεί, χρειάζεται και σκληρή δουλειά και ότι σε αυτό το μονοπάτι είσαι εσύ, απέναντι σε εσένα. Όπως και το ότι αν θέλω το μπάσκετ, πρέπει να θυσιάσω κάποια πράγματα της εξωτερικής μου ζωής και να βάλω παρωπίδες ώστε να μην ακούω τι λέγεται δεξιά και αριστερά. Φυσικά, με έχουν βοηθήσει και ο κ. Βασίλης Πρασσάς, ο κ. Ντίκας Θωμάς, ο κόουτς Ονάσλογλου Τέο και ο κ. Αγγελίδης» επισημαίνει.

1000024022.jpg?v=0

«Πρέπει να προετοιμαστώ καλά για να μη φάω τα μούτρα μου»

Εκτός από την αγάπη της για το μπάσκετ, το κουδούνι του σχολείου χτυπά καθημερινά και την καλεί να ανοίξει τα τετράδια, να κάνει τις αγαπημένες της μαθηματικές πράξεις και να σχεδιάσει ένα μέλλον διαφορετικό. Τα σκαλοπάτια του Λυκείου σε συνδυασμό με τις απαιτητικές προπονήσεις, την οδήγησαν να πάρει χαρτί και μολύβι για να προγραμματίσει κάθε της κίνηση, κάποιες φορές να διαβάζει στη μεταφορά προς την προπόνηση και να γυρίζει στο σπίτι ... πτώμα αλλά με περίσσεια ενέργεια για τον στόχο της.

Όπως μας παραδέχθηκε και η ίδια: «Ήταν δύσκολο στην αρχή. Είμαι στο λύκειο πλέον και το καλοκαίρι σκέφτηκα ότι πρέπει να προετοιμαστώ καλά πριν πάω για να μη φάω τα μούτρα μου (γέλια). Το σχολείο μου αρέσει, έχω την ευκαιρία να παίξω και μπάσκετ και έχω καταφέρει να προσαρμόσω αναλόγως το πρόγραμμα μου. Μου αρέσουν τα μαθηματικά, έχω κάνει φιλίες στο σχολείο και μου αρέσει πολύ αυτό. Θα το σκεφτώ σοβαρά για το τι θα κάνω στο μέλλον μου. Έχω στο μυαλό μου και το εξωτερικό αλλά ακόμη δεν έχω αποφασίσει. Θα ήθελα να ασχοληθώ με τις επιχειρήσεις και ίσως με την προπονητική. Θα μου άρεσε να προπονώ και να δίνω την ευκαιρία σε κορίτσια που δεν πιστεύουν στον εαυτό τους να κάνουν το όνειρο τους πραγματικότητα. Ουσιαστικά, να κάνω αυτό που έκαναν σε μένα οι προπονητές μου».

lisa-itoya-19.jpg?v=0

Έρεισμα σε κάθε της βήμα αποτελεί η οικογένεια της που στηρίζει κάθε της βήμα, τη συμβουλεύει και της αφήνει το περιθώριο να κάνει τις επιλογές της. «Η οικογένεια μου με έχει βοηθήσει πολύ. Έχω άλλα τρία αδέρφια και η σχέση μας είναι ιδιαίτερα στενή, ξέρει ο καθένας τι κάνει ο άλλος. Έχουμε δημιουργήσει μια ομάδα και μιλάμε για τα νέα μας. Η μεγαλύτερη αδερφή μου είναι τραγουδίστρια, όπως και ο αδερφός μου ενώ η άλλη αδερφή μου παίζει ποδόσφαιρο. Το πιο σημαντικό που κάνει η οικογένεια μου είναι ότι μου δίνουν την ελευθερία να αποφασίσω εγώ για το τι θα κάνω με το μέλλον μου. Φυσικά, θα συζητήσουμε, θα μου πουν τα θετικά και τα αρνητικά αλλά θα με αφήσουν να πάρω την τελική απόφαση. Νιώθω τυχερή που είμαι σε αυτή την οικογένεια καθώς με αφήνουν να κάνω τα λάθη και στα σωστά μου. Εξάλλου, για να πετάξει ένα πουλί, πρέπει να το αφήσεις και μόνο του για να μάθει τη ζωή». 

1000024024.jpg?v=0

Η μαμά της είναι ο άνθρωπος κλειδί. Εκείνη που αφενός της έμαθε να εμπιστεύεται τα φτερά της, να αγαπά και να σέβεται τον εαυτό της, να κλείνει τα αυτιά της σε κάθε κακό σχόλιο και αφετέρου, εκείνη που αγωνιά, που φοβάται, που ανησυχεί σε κάθε σπρώξιμο και πτώση στο παρκέ, εκείνη που δακρύζει στην κερκίδα και εκείνη που έχει τον καλό λόγο στα χείλη σε κάθε νίκη και ήττα.

«Είναι υποστηρικτική, είναι πάντα μαζί μου όπως και ο μπαμπάς. Ο ρόλος της μάνας είναι διαφορετικός. Είναι πάντα εκεί, παρακολουθεί όλους μου τους αγώνες όσο μακριά και αν είναι, πάντα προσεύχεται για εμένα, πάντα κλαίει, πάντα χαίρεται. Όποτε πέφτω κάτω, καταλαβαίνω ότι φοβάται και αρχίζει τις προσευχές και την κοιτάω και της λέω μάνα είμαι καλά. Όταν κάθομαι στον πάγκο, βρίσκει πάντα τρόπο να με κάνει να χαμογελάσω.

Όταν πάω καλά, μου το λέει ενώ και όταν δεν πάω καλά, είναι εκεί και με στηρίζει. Ένα καλό δεκάλεπτο δε μπορεί να σε κρίνει. Με έχει βοηθήσει στα πιο κρίσιμα παιχνίδια μου να παίξω καλύτερα, να διαχειριστώ το άγχος μου. Η συμβουλή που μου έχει δώσει είναι ό,τι γίνεται καλό ή κακό ο Θεός το βλέπει και θα σε ανταμείψει. Με έχει βοηθήσει να έρθω πιο κοντά με το Θεό και να καταλάβω ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Μου λέει να χαμογελάω και με τα καλά και με τα κακά και να προσεύχομαι» υποστηρίζει η Λίσα. 

«Αφού αποδέχομαι εγώ τον εαυτό μου και τον αγαπώ, δεν χρειάζομαι τίποτα από κανέναν»

Η γυάλινη φούσκα του μπάσκετ, όπως τη χαρακτήρισε, δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει μακριά της κάθε κακόβουλο σχόλιο. Το χρώμα του δέρματος της αποτέλεσε πηγή έντονης αρνητικής κριτικής και ρατσιστικών σχολίων κατά τη διάρκεια του Eurobasket. Όμως, εκείνη ήταν προετοιμασμένη. Η μαμά της είχε φροντίσει να της μάθει την κακή πλευρά της ζωή μας. Γνώριζε πολύ καλά ότι ακόμη και για έναν τέλειο άνθρωπο, θα βρεθεί κάποιος να πει κάτι αρνητικό. Οι γονείς της τη συμβούλευαν και τη βοήθησαν να δημιουργήσει ένα δυνατό mindset απέναντι σε κάθε αρνητικό σχόλιο, της έμαθαν να το προσπερνά και να προχωρά μπροστά κυνηγώντας το όνειρο της.

Όταν στο παιχνίδι της Εθνικής Κορασίδων, το κινητό της πλημμύρισε με μηνύματα και σχόλια ρατσιστικού περιεχομένου, εκείνη έκλεισε τα αυτιά και τα μάτια της, συνέχισε να προσπαθεί για την πατρίδα της και αφού η γαλανόλευκη πέτυχε τον στόχο της, αποφάσισε να μιλήσει. Δεν το έκανε ούτε για να δικαιολογηθεί ούτε για να εκφράσει το παράπονο της, αλλά για να βοηθήσει κάθε άτομο που βρίσκεται σε παρόμοια θέση να συνεχίσει να κάνει αυτό που αγαπά και να μην παρατήσει το όνειρό του εξαιτίας ανθρώπων που επέλεξαν να κρυφτούν πίσω από μια οθόνη για να πληγώσουν έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζουν.

«Έμαθα να μην ασχολούμαι. Όταν έβλεπα τα κακά σχόλια, απλά έκλεινα το κινητό. Ήμουν με την Εθνική ομάδα και έπρεπε να είμαι απόλυτα συγκεντρωμένη στον στόχο μου. Αισθάνθηκα ότι έπρεπε να πω κάτι όχι για να γίνει ένα μπαμ και να ασχοληθούν όλα τα κανάλια μαζί μου, εξάλλου δεν είμαι και η μόνη που μίλησε για αυτό, το έχουν κάνει και άλλα άτομα. Δεν θα το αλλάξω εγώ. Το έκανα περισσότερο για να τους δείξω ότι όσο και να κάνουν αυτά τα σχόλια, όσο και να πιστεύουν ό,τι μπορούν να με ρίξουν, το μόνο πράγμα που καταφέρνουν είναι να συνεχίσω.

Ζούμε σε έναν κόσμο άσχημο αλλά δεν μπορεί κανείς μας να το αλλάξει. Το μόνο που μπορεί να γίνει είναι να μειωθούν αυτά τα φαινόμενα. Ο ρατσισμός δεν αφορά μόνο το χρώμα αλλά και διάφορα άλλα πράγματα όπως το φύλο, η ηλικία, το βάρος. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να προσευχηθείς και να μην τους δώσεις ιδιαίτερη σημασία γιατί και τέλειος να είσαι, που πιστεύω ότι κανένας δεν είναι τέλειος, πάντα κάτι θα βρουν να πουν. Ξέρω ότι λόγω του χρώματος του δέρματος, θα ακούσω κριτική και τέτοιου είδους σχόλια. Έχω μπει σε αυτό το mindset και αυτό με έχει δυναμώσει, με έχει ενθαρρύνει και ξέρω ότι αφού αποδέχομαι εγώ τον εαυτό μου και τον αγαπώ, δεν χρειάζομαι τίποτα από κανέναν».

1000024018.jpg?v=0

Ακούγοντας τη να αναλύει με τόσο παραστατικό τρόπο την αντίδραση και το σκεπτικό της απέναντι στα αρνητικά σχόλια, ήρθε στο μυαλό μου η πρόσφατη έρευνα που θέλει ένα στα δύο κορίτσια στην εφηβική ηλικία να εγκαταλείπουν το άθλημα τους λόγω ανασφάλειας για το σώμα τους. Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη μου, η Λίσα έμοιαζε να την έχει διαβάσει και τόνισε: «Αυτό είναι στενάχωρο. Κανείς σε αυτή την ηλικία δεν θα έπρεπε να νιώθει έτσι. Είναι άσχημο τα παιδιά να στεναχωριούνται και να αφήνουν τον αθλητισμό για μια κακή κριτική, η οποία μπορεί αυτό να προέρχεται από προπονητή ή από συμπαίκτη» τόνισε.

Παράλληλα, επεκτάθηκε και στην ανωνυμία που προσφέρουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τους ψεύτικους λογαριασμούς που δημιουργούνται με σκοπό να σχολιάσουν ενώ μου εξήγησε και τους λόγους που έχει επιλέξει να μη διαγράφει τα αρνητικά σχόλια από τις αναρτήσεις της.

«Τα σχόλια στα social media είναι ανώνυμα. Κάποιοι θα κάνουν νέο account για να μπορέσουν να με βρίσουν. Υπάρχουν παιδιά που σβήνουν τα κακά σχόλια γιατί κανένας δε θα ήθελε να τον βρίζουν ή να τον κοροϊδεύουν. Εγώ έχω επιλέξει να τα αφήνω ανοιχτά για να δω τι θα καταλάβουν κάνοντας αυτό. Δεν χρειάζεται να ασχοληθείς με αυτούς τους ανθρώπους.
Αφού νιώθουν καλά με αυτό που έγραψαν, οκ πάμε παρακάτω. Κάποιοι μπορεί και να αυτοκτονήσουν για αυτά τα σχόλια.

Γίνονται πολλά στον κόσμο γύρω μας. Ντρέπομαι για την κοινωνία που ζούμε. Υπάρχουν παιδιά που δεν απολαμβάνουν αυτό που κάνουν. Είναι άσχημο ένα μικρό παιδί να σταματά αυτό που αγαπά για κάποιον άλλον. Υπάρχουν πολλά ταλαντούχα παιδιά και μη ταλαντούχα που σταμάτησαν για μια κακή κριτική. Ακόμη και συγγνώμη να ζητήσουν, δεν έχει σημασία γιατί το άλλο παιδί το έχεις καταστρέψει. Δεν έχει νόημα η συγγνώμη. Πολλά παιδιά ταλαιπωρούνται και πηγαίνουν στον ψυχολόγο ή έχουν φύγει από τη ζωή για τα σχόλια κάποιου άλλου».

Ως φυσικό επακόλουθο η συζήτηση οδηγήθηκε και στη δική της εμπειρία στην καθημερινότητα και η Λίσα ξεκαθάρισε ότι μάθει να μην επιτρέπει τα κακά σχόλια ενώ μας εκμυστηρεύτηκε ότι ήταν η πρώτη που τρέχει για να βοηθήσει τον αδύναμο σε ανάλογες περιπτώσεις: «Επειδή εγώ ήμουν δυναμικός χαρακτήρας, δεν τολμούσαν να έρθουν να μου πουν κάτι. Ήξεραν ότι θα απαντήσω. Μικρή νευρίαζα, τώρα δεν ασχολούμαι αλλά όταν γίνεται κάποιο περιστατικό μπροστά μου, θα βοηθήσω. Είναι άσχημο να γίνονται τέτοιες συμπεριφορές».

«Τη Νιγηρία την έχω στην καρδιά μου, αλλά η Ελλάδα είναι το πρώτο μου σπίτι»

Οι γονείς της κατάγονται από τη Νιγηρία και έχουν φροντίσει η κόρη τους να μάθει για την πατρίδα τους και να επισκεφθεί τους τόπους που μεγάλωσαν οι ίδιοι, να μάθει την κουλτούρα και τις παραδόσεις του λαού και να δοκιμάσει τα φαγητά, που τόσο πεντανόστιμα έρχονται στο πιάτο από τα χεράκια της μαμάς.

«Ο κόσμος στη Νιγηρία είναι πολύ θετικός και εξωστρεφής. Θα είναι πάντα χαρούμενοι και ευδιάθετοι. Έχουν φουλ θετική ενέργεια. Μου αρέσει η κουλτούρα της. Είναι μια ιδιαίτερη χώρα που πιστεύει στον Θεό. Είναι το δεύτερο σπίτι μου αλλά η Ελλάδα είναι το πρώτο γιατί εδώ γεννήθηκα και μεγάλωσα.

Με την ανάρτηση μου αυτό ήθελα να δείξω και ότι με κοροϊδεύετε για αυτό αλλά την Ελλάδα εγώ την επέλεξα. Θα μπορούσα να αγωνίζομαι σε οποιαδήποτε άλλη χώρα αλλά εγώ διάλεξα να αγωνίζομαι για τη χώρα που γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τη Νιγηρία την έχω στην καρδιά μου, είναι μια φανταστική χώρα. Την επισκέφθηκα το 2017 και έχω πει στη μαμά μου ότι θέλω μέχρι να κλείσω τα 18 να ξαναπάω. Είναι σημαντικό να γνωρίσεις την πατρίδα των γονιών σου».

«Μια από τις αιτίες που συνεχίζω το μπάσκετ είναι ο Γιάννης»

Η διπλή αυτή ταυτότητα, η Ελλάδα που αποτελεί το πρώτο της σπίτι και η Νιγηρία που κουβαλά στην καρδιά της, συναντάται με έναν ακόμη άνθρωπο που έχει λειτουργήσει ως σημείο αναφοράς στη διαδρομή της. Έναν άνθρωπο που γνωρίζει καλά τι σημαίνει να μεγαλώνεις με δύο πατρίδες, να αναζητάς τη θέση σου στον κόσμο και, τελικά, να δημιουργείς τη δική σου διαδρομή.

Ο Γιάννης Αντετοκούνμπο είναι για εκείνη κάτι περισσότερο από ένα είδωλο. Είναι το πρότυπο, ο αθλητής που θαυμάζει, ο άνθρωπος που της διδάσκει να μένει ταπεινή και να μη ξεχνά τους ανθρώπους και το από πού άρχισε. «Έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση. Με βοηθάει, έχουμε μια επαφή και τον νιώθω σαν μεγάλο μου αδερφό. Είναι εκεί για εμένα, με συμβουλεύει και μια από τις αιτίες που συνεχίζω το μπάσκετ είναι ο Γιάννης. Θέλω να γίνω σαν αυτόν και παράλληλα, να μπορούν τα παιδιά να μου μιλάνε. Με έχει βοηθήσει πολύ στη νοοτροπία μου. Η οικογένεια του είναι φανταστική. Είναι το είδωλο μου εδώ και πολλά χρόνια. Το να μπορείς να βλέπεις και να μαθαίνεις από τον αγαπημένο σου παίκτη είναι κάτι μοναδικό».

Δεν στέκεται, όμως, στα εκατομμύρια, στις διακρίσεις, στη φήμη ή στα τρόπαια. Αυτό που θα ήθελε να κρατήσει από εκείνον είναι κάτι πολύ πιο δύσκολο να κατακτηθεί. «Το πόσο ταπεινός είναι. Ποτέ δεν ξεχνά να ευχαριστεί όσους τον βοήθησαν, δεν ξεχνάει από πού ξεκίνησε και τα μυαλά του δεν παίρνουν αέρα. Θα ήθελα την ταπεινότητά του και να μην ξεχάσω ποτέ από πού ξεκίνησα, όταν μεγαλώσω. Αυτό είναι και κάτι που με έχει συμβουλέψει η μαμά μου».

lisa-itoya-xKc2F.jpg?v=0

Ο Black Panther, το WNBA και η καρμπονάρα της αδερφής

Ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Νιγηρία, στο παρκέ και στη ζωή έξω από αυτό, η Λίσα προσπαθεί να βρει τον δικό της δρόμο. Δεν ξέρει ακόμη ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της. Θέλει πρώτα να χαλαρώσει μετά το Ευρωπαϊκό, να κάνει διακοπές και να πάρει λίγο χρόνο για τον εαυτό της, όμως ξέρει τι περιμένει από όποια επιλογή κι αν κάνει: «Θα ήθελα να ξεπερνάω τα όριά μου, να δουλεύω κάθε μέρα και να ανταμείβομαι όσο το αξίζω».

Παράλληλα, θέλει να κρατήσει χώρο στη ζωή της για την οικογένεια, τους φίλους και τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα της, γιατί το μπάσκετ μπορεί να είναι ο μεγάλος της στόχος, όχι όμως ολόκληρη η ζωή της. Έχει ήδη θυσιάσει πολλά για αυτό, έχει χάσει εκδρομές και εξόδους, όμως φέτος αποφάσισε να διεκδικήσει πίσω ένα κομμάτι της παιδικής της ηλικίας. «Καλό το μπάσκετ αλλά η παιδική μου ηλικία χάνεται. Δεν θα τα ξαναζήσω αυτά τα χρόνια», λέει, εξηγώντας πως επέλεξε να αφήσει μία-δύο προπονήσεις για να πάει στην Αθήνα μαζί με το σχολείο και τους φίλους της, στην πρώτη της εκδρομή, μια στιγμή που τελικά έμεινε χαραγμένη στη μνήμη της.

Δεν ξεχνά, όμως, το όνειρο της που δεν είναι άλλο από το πρωτάθλημα του WNBA: «Σίγουρα θα ήθελα να παίξω στην Αμερική, στο WNBA». Και αν κάποτε φτάσει εκεί, θέλει η διαδρομή της να έχει αξία και για άλλους. Να μπορεί μέσα από το μπάσκετ να βοηθήσει μικρότερα παιδιά να πιστέψουν στον εαυτό τους και, κυρίως, έγχρωμα κορίτσια να καταλάβουν ότι μπορούν να ονειρευτούν χωρίς να βάζουν μόνα τους όρια.

1000024022.jpg?v=0

Μέσα σε όλα αυτά συνεχίζει να είναι ένα 16χρονο κορίτσι που αγαπά τον ΠΑΟΚ, πηγαίνει στην Τούμπα και στο Παλατάκι, θαυμάζει τον Τάισον και τον Οσμάν, ακούει τραπ, βλέπει Black Panther, λατρεύει το φαγητό της μαμάς της αλλά δεν μπορεί να αντισταθεί στην καρμπονάρα της αδερφής της. Πριν από κάθε αγώνα διαβάζει ένα κομμάτι της Βίβλου, προσεύχεται, κάνει τον σταυρό της και μπαίνει στο παρκέ.

Ένα κορίτσι που έχει μάθει να αντιμετωπίζει ακόμη και όσα δεν φαίνονται στον πίνακα του σκορ, όπως το άγχος της περιόδου σε έναν σημαντικό αγώνα, ειδικά όταν η εμφάνιση είναι λευκή. «Είναι ένα άγχος για κάθε κορίτσι. Πρέπει να λειτουργήσω μαζί της. Φαντάσου να παίζεις τελικό και να είσαι σε πρώτη ή δεύτερη μέρα περιόδου. Μη σου τύχει!».

Κι αν υπάρχει κάτι που μένει τελικά από τη συζήτησή μας, είναι, ίσως, οι τρεις λέξεις με τις οποίες επιλέγει η ίδια να συστήσει τον εαυτό της: δυναμική, παρεξηγήσιμη, διαφορετική. Γιατί αυτό είναι. Ένα κορίτσι που έμαθε να αγαπά τη διαφορετικότητα της, να βάζει φρένο στα αρνητικά σχόλια και να κυνηγά τα όνειρα της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ