Κύριε Μερτς, κυρία Μελόνι, κύριε Σάντσεθ... η Ελλάδα δεν είναι ευρωπαϊκό σύνορο;
Ο Γερμανός Καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ζήτησε από την Ισπανία να ανακτήσει άμεσα τον έλεγχο των συνόρων της και κάλεσε το Μαρόκο να δεχθεί πίσω όσους εισήλθαν παράτυπα στη Θέουτα. Η Ιταλίδα Πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι αντέδρασε έντονα, επαναφέροντας συνοριακούς ελέγχους και επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας. Ο Ισπανός Πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε τη μαζική είσοδο ως «παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας και της κυριαρχίας της Ισπανίας», καταδικάζοντας τα γεγονότα και ανακοινώνοντας την επιτάχυνση των επιστροφών όσων εισήλθαν παράτυπα.
Και τώρα το ερώτημα:
Κύριε Μερτς, κυρία Μελόνι, κύριε Σάντσεθ... η Ελλάδα δεν είναι ευρωπαϊκό σύνορο; Ή μήπως τα ελληνικά νησιά βρίσκονται εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Όταν η Ισπανία δέχεται μια μαζική πίεση στα σύνορά της, μιλάτε για παραβίαση της κυριαρχίας, για εθνική ασφάλεια, για άμεσες επιστροφές και για την ανάγκη προστασίας των ευρωπαϊκών συνόρων.
Όταν όμως η Ελλάδα δέχεται εδώ και χρόνια καθημερινές παράτυπες αφίξεις στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τότε αλλάζει το λεξιλόγιο. Δεν γίνεται λόγος για παραβίαση της κυριαρχίας. Δεν κηρύσσεται κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Δεν ακούγονται οι ίδιες απαιτήσεις για άμεσες επιστροφές. Αντίθετα, η Ελλάδα καλείται απλώς να διαχειριστεί μια κατάσταση που βαραίνει σχεδόν αποκλειστικά την ίδια.
Αλήθεια, ποια είναι η διαφορά;
Επειδή στη Θέουτα οι αφίξεις έγιναν μέσα σε λίγες ώρες, ενώ στην Ελλάδα γίνονται με βάρκες των 50, των 100 ή των 200 ατόμων επί μήνες και επί χρόνια; Αν το τελικό αποτέλεσμα είναι δεκάδες χιλιάδες παράτυπες αφίξεις, γιατί αλλάζει η ευρωπαϊκή στάση;
Αν, κύριε Σάντσεθ, αυτό που συνέβη στην Ισπανία αποτελεί «παραβίαση της εδαφικής ακεραιότητας», τότε πώς χαρακτηρίζετε όσα συμβαίνουν επί χρόνια στα ελληνικά σύνορα;
Αν, κύριε Μερτς, θεωρείτε αυτονόητη την άμεση επιστροφή όσων εισέρχονται παράτυπα στην Ισπανία, γιατί δεν ζητάτε την ίδια αποφασιστικότητα και για την Ελλάδα;
Και αν, κυρία Μελόνι, η Ιταλία επικαλείται την εθνική ασφάλεια για να επαναφέρει συνοριακούς ελέγχους απέναντι στην Ισπανία, γιατί η ίδια ευαισθησία δεν εκδηλώνεται όταν η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της μεταναστευτικής πίεσης;
Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Τα εξωτερικά σύνορα της Ελλάδας είναι εξωτερικά σύνορα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η προστασία τους δεν μπορεί να εξαρτάται από το ποια χώρα βρίσκεται κάθε φορά στο επίκεντρο της δημοσιότητας ή ποια κυβέρνηση ασκεί μεγαλύτερη πολιτική επιρροή.
Η Ελλάδα εδώ και χρόνια σηκώνει ένα δυσανάλογο βάρος. Οι τοπικές κοινωνίες πιέζονται, οι κρατικές δομές δοκιμάζονται και οι Έλληνες πολίτες βλέπουν μια Ευρώπη που δείχνει αποφασιστική όταν απειλείται η Ισπανία, αλλά πολύ πιο διστακτική όταν το ίδιο φαινόμενο εκτυλίσσεται στα ελληνικά σύνορα.
Αυτό δεν είναι κοινή ευρωπαϊκή πολιτική. Είναι επιλεκτική εφαρμογή αρχών.
Και όταν οι ίδιοι κανόνες εφαρμόζονται διαφορετικά ανάλογα με τη χώρα, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο μεταναστευτικό. Είναι πρόβλημα αξιοπιστίας της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Γιατί η ισονομία δεν μπορεί να σταματά στα σύνορα της Ελλάδας.
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ένα ακόμη ερώτημα που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητο.
Πού είναι η ελληνική κυβέρνηση;
Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει υπάρξει δημόσια παρέμβαση που να απευθύνεται στους Ευρωπαίους εταίρους με το αυτονόητο ερώτημα:
Γιατί όσα χαρακτηρίζονται απειλή για την Ισπανία δεν χαρακτηρίζονται απειλή και για την Ελλάδα;
Γιατί η Αθήνα δεν ζητά την ίδια πολιτική, τα ίδια μέτρα και την ίδια αποφασιστικότητα για τα ελληνικά σύνορα;
Αν η Ευρώπη αναγνωρίζει ότι τα ισπανικά σύνορα είναι ευρωπαϊκά σύνορα, τότε γιατί η ελληνική κυβέρνηση δεν απαιτεί να αναγνωριστεί έμπρακτα ότι το ίδιο ισχύει και για το Αιγαίο;
Η διπλωματία δεν είναι μόνο οι ευγένειες και οι φωτογραφίες στις Συνόδους Κορυφής. Είναι και η διεκδίκηση. Είναι η σύγκρουση όταν διακυβεύονται τα εθνικά συμφέροντα. Και σε αυτή την περίπτωση, η Ελλάδα οφείλει να απαιτήσει από τις Βρυξέλλες ίση μεταχείριση. Όχι ειδική μεταχείριση. Ίση μεταχείριση.
Ακούσαμε τον Γερμανό Καγκελάριο να ζητά άμεσες επαναπροωθήσεις. Ακούσαμε τον Ισπανό Πρωθυπουργό να μιλά για παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας. Είδαμε την Ιταλία να επικαλείται λόγους εθνικής ασφάλειας και να λαμβάνει άμεσα μέτρα.
Ακούσαμε, όμως, την ελληνική κυβέρνηση να απαιτεί από τους Ευρωπαίους εταίρους την ίδια αντιμετώπιση για την Ελλάδα;
Την ακούσαμε να ζητά την εφαρμογή των ίδιων κανόνων στα ελληνικά σύνορα;
Την ακούσαμε να υπενθυμίζει ότι το Αιγαίο δεν είναι μόνο ελληνικό, αλλά αποτελεί εξωτερικό σύνορο της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Αντί γι' αυτό, επικρατεί μια εκκωφαντική σιωπή.
Μια σιωπή που δημιουργεί την εντύπωση ότι η Ελλάδα έχει αποδεχθεί να αποτελεί την «αποθήκη ψυχών» της Ευρώπης. Μια χώρα που καλείται να διαχειρίζεται διαρκώς τις συνέπειες, χωρίς να απαιτεί την ίδια αποφασιστικότητα που επιδεικνύεται όταν το πρόβλημα αγγίζει άλλα κράτη-μέλη.
Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύει πραγματικά στην αλληλεγγύη, τότε αυτή δεν μπορεί να εφαρμόζεται επιλεκτικά. Και αν η ελληνική κυβέρνηση πιστεύει ότι υπερασπίζεται τα εθνικά συμφέροντα, τότε επαναλαμβάνω , οφείλει να θέσει ευθέως το ερώτημα στους Ευρωπαίους ηγέτες:
Γιατί ό,τι θεωρείται απειλή για την Ισπανία δεν θεωρείται απειλή και για την Ελλάδα;
Οι πολίτες βλέπουν, συγκρίνουν και κρίνουν. Και όσο διαπιστώνουν ότι εφαρμόζονται διαφορετικοί κανόνες για τις ίδιες καταστάσεις, τόσο θα μεγαλώνει η δυσπιστία τους απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αλλά και απέναντι στις κυβερνήσεις τους.
Η ιστορία έχει αποδείξει ότι όταν οι κοινωνίες αισθάνονται πως δεν εισακούγονται και ότι τα προβλήματά τους αντιμετωπίζονται με δύο μέτρα και δύο σταθμά, η κοινωνική ένταση αυξάνεται. Η αγανάκτηση συσσωρεύεται και μπορεί να εκφραστεί με τρόπους που κανείς δεν επιθυμεί.
Η Ευρώπη και η Ελλάδα έχουν ακόμη χρόνο να αποδείξουν ότι οι ίδιες αρχές ισχύουν για όλους. Αν δεν το πράξουν, το κόστος δεν θα είναι μόνο πολιτικό. Θα είναι κυρίως η απώλεια της εμπιστοσύνης των ίδιων των Ευρωπαίων πολιτών προς τους θεσμούς που υποτίθεται ότι υπηρετούν την ισονομία, τη δικαιοσύνη και την κοινή ευρωπαϊκή πορεία.
Και θα τολμήσω να κάνω μία πρόβλεψη.
Οι πολίτες σε όλη την Ευρώπη αισθάνονται ολοένα και περισσότερο ότι δεν αντιμετωπίζονται με τους ίδιους κανόνες, ότι οι ανησυχίες τους υποβαθμίζονται και ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με διαφορετικά κριτήρια, ανάλογα με το ποια χώρα βρίσκεται κάθε φορά στο επίκεντρο.
Και όταν οι πολίτες πιστέψουν ότι δεν ακούγονται, η αντίδρασή τους θα εκφραστεί στην κάλπη, στους δρόμους, στις πολιτικές ανατροπές και στην ενίσχυση ακραίων φωνών. Η ιστορία της Ευρώπης έχει αποδείξει ότι η αδιαφορία απέναντι στην κοινωνική δυσαρέσκεια δεν λύνει προβλήματα· τα διογκώνει.
Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να εγκαταλείψει τη σιωπή. Οφείλει να απαιτήσει από τον κ. Μερτς, την κα Μελόνι, τον κ. Σάντσεθ και συνολικά από τις Βρυξέλλες να εφαρμόσουν στην Ελλάδα ακριβώς όσα ζητούν σήμερα για την Ισπανία. Ούτε περισσότερα ούτε λιγότερα.
Γιατί αν σήμερα η Ευρώπη αποτύχει να εφαρμόσει τους ίδιους κανόνες για όλους, αύριο δεν θα κινδυνεύσει μόνο η μεταναστευτική της πολιτική. Θα κινδυνεύσει η ίδια η συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.