Ήρθε ως κοινός θνητός
Μια βουτιά στον πυθμένα της ιστορίας απαιτεί καλή φυσική κατάσταση, γεμάτες μπουκάλες οξυγόνου και ψυχραιμία διότι το ενδεχόμενο να σε παρασύρει η μαγεία της ιστορίας συγκεντρώνει πολλές πιθανότητες. Αυτό συμβαίνει σε κάθε επετειακή ημερομηνία που φέρει τη σφραγίδα του Νίκου Γκάλη. Και δεν είναι λίγες. Αν κάποια στιγμή «σηκωθεί» η προσωπική ιστοσελίδα του «Νικ» και αποτυπωθεί το προσωπικό ημερολόγιό του, θα διαπιστώσετε ότι κάθε μέρα – από τις 365 του χρόνου – είναι «μέρα Γκάλη». Το ίδιο ισχύει και για τα δίσεκτα έτη.
Βέβαια, η πρώτη φορά είναι πάντα μοναδική, αλησμόνητη. Σαν αυτή προ 35ετίας στο Αλεξάνδρειο, 2 Δεκεμβρίου 1979. Όταν δηλαδή ο σπουδαιότερος καλλιτέχνης των ελληνικών γηπέδων έδωσε τη πρώτη παράστασή του. Είναι αλήθεια ότι δεν είχε εντυπωσιάσει. Ο Τύπος της εποχής είχε καυτηριάσει την απόδοσή του στη νίκη επί του Ηρακλή με 79-78. Ακόμη και το κόψιμο στη τελευταία φάση σε προσπάθεια του Σακελλαρίου δεν «χρύσωσε» το χάπι. «Χαρακτηρίστηκε από ατομικό παιχνίδι», είχε γράψει η εφημερίδα «Θεσσαλονίκη». Ακόμη και οι συμπαίκτες του, δεν χαρίστηκαν στον 22χρονο τότε βραχύσωμο και δασύτριχο εξ’ Αμερικής γκαρντ που ξεχώριζε λόγω της ιδιαίτερης κόμης, μαλλί αφάνα. «Νίκο, έχασες πολλά σουτ εχθές», του είπε ο Βαγγέλης Αλεξανδρής την επομένη του αγώνα. «Ναι, αλλά από πού τα έχασα;», απάντησε με ερώτηση ο Γκάλης και ο Αλεξανδρής του έδειξε τα σημεία. Σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ο Γκάλης (στον συγκεκριμένο αγώνα) επιχείρησε περισσότερες από 30 προσπάθειες. «Πιστεύεις ότι θα τα ξαναχάσω;», απάντησε (και πάλι με ερώτηση) ο Γκάλης. Κάπου εκεί κατέστη σαφές ότι ο «τύπος» ήταν αποφασισμένος να μην τα χάσει.
Ακόμη και η ασπίδα προστασίας που «άπλωσε» ο συγχωρεμένος αλλά και σπουδαίος Ανέστης Πεταλίδης δεν γλίτωσε (τότε) τον Γκάλη από την επικριτική διάθεση όλων όσοι βρέθηκαν στο Αλεξάνδρειο. Παίκτες, φιλάθλους, δημοσιογράφους… Είχαν την εντύπωση ότι θα παρακολουθούσαν έναν «μάγο», έναν γητευτή της μπάλας που με τηλεκατευθυνόμενο τρόπο θα τη στέλνει στο καλάθι. Το έκανε, αλλά όχι εκείνη τη βραδιά. Στην ιστορία έχει μείνει η «ατάκα» του κυρ Ανέστη… «μην φτύνετε εκεί που αύριο θα γλύφετε». Δικαιώθηκε γιατί το «γλείψιμο» συνεχίζεται 35 χρόνια μετά. Παρότι ως βετεράνος πολέμων, έχει αποσυρθεί στους προσωπικούς χώρους και απλά διαχειρίζεται (μέσω συνεργατών) τους λογαριασμούς του στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης. Ο κυρ Ανέστης, ως έναν βαθμό, ήταν ο πνευματικός πατέρας του. Ο άνθρωπος του. Το ότι ο Γκάλης εξελίχθηκε σε ακρογωνιαίο λίθο της αυτοκρατορίας του Άρη, οφείλεται ως έναν βαθμό και στον κυρ Ανέστη αλλά και τους άλλους παράγοντες της εποχής. Κάποιοι εξ’ αυτών δεν βρίσκονται στη ζωή, άλλοι έχουν αποχωρήσει από τις επάλξεις.
Πέρα όμως από το χθες – είναι τόσο μαγικό και όμορφο να το εξιστορείς σε σημείο να νιώθεις ότι κάνεις… μνημόσυνο γιατί η τωρινή κατάσταση είναι αποπνικτική – υπάρχει και το σήμερα. Από την ημέρα που σταμάτησε το μπάσκετ, ο Γκάλης διατηρεί «σχέση τζακιού» με τα φώτα της δημοσιότητας. Ούτε πολύ κοντά (για να μην καεί), ούτε σε απόσταση χιλιομέτρων (για να μην παγώσει). Είναι ίσως ο μοναδικός από τα εξέχοντα μέλη που διαχρονικά είναι στο ελληνικό (και ευρωπαϊκό) starsystem, που επέβαλλε τους δικούς του κανόνες στα Media. «Βγαίνει» όποτε θέλει. Ήταν δική του επιλογή. Το περασμένο καλοκαίρι φάνηκε να αναζωπυρώνεται η σχέση του με τον Άρη. Προώθησε, όσο κανείς άλλος, τα εισιτήρια διαρκείας. Μαγεμένος από εκείνη την εκπληκτική βραδιά του Μάη του 2013 όπου – έστω με καθυστέρηση πολλών χρόνων – αποδόθηκαν οι πρέπουσες τιμές. Τους τελευταίους δύο μήνες απέχει. Κανένα μήνυμα στο twitter, στο facebook. Ζήτημα προς διερεύνηση.
Δεν αμφισβητείται η άποψη ότι ο Νίκος Γκάλης έδωσε αλλά και πήρε πολλά. Δεν αναφερόμαστε στα οικονομικά οφέλη. Τα λεφτά, κάποια στιγμή τελειώνουν. Ο Γκάλης είναι ο μοναδικός αθλητής που διακρίθηκε και σε συλλογικό επίπεδο που ακόμη και τώρα προκαλεί «υπέρταση» με την παρουσία του. Όταν κυκλοφορεί σε μονοπάτια όπου βαδίζουν… κοινοί θνητοί, επικρατεί συναγερμός. Παραμένει θρύλος, γιατί λειτούργησε έξυπνα και επαγγελματικά. Όπως έκανε δηλαδή όλα τα χρόνια της καριέρας του. Δεν τον τίμησαν οι «τιμητές των πάντων» παραδοσιακοί παράγοντες του ελληνικού μπάσκετ, αλλά τους έγραψε στα παλιότερα των υποδημάτων του. Δεν ασχολήθηκε με αυτούς που έδωσαν μάχη ώστε να μην μετονομαστεί το κλειστό των Ολυμπιακών Εγκαταστάσεων σε «γήπεδο Νίκος Γκάλης». Ένιωσε απεριόριστη χαρά όταν αντίκρισε τις λέξεις NickGalisHall στη κεντρική σάλα του Αλεξανδρείου. Εξάλλου, εκεί μεγαλούργησε, εκεί διαπράχθηκαν τα περισσότερα «εγκλήματα» κατά ανυποψίαστων αντιπάλων. Μετά από ένα σημείο αντιλήφθηκαν, αλλά δεν μπορούσαν να σταματήσουν το κακό που τους έβρισκε κάθε βράδυ Πέμπτης. Τότε που γραφόταν ιστορία, που η Ελλάδα ζούσε σε μια άλλη εποχή, μακριά από προδότες, δοσίλογους, τραπεζίτες και τοκογλύφους. Εκείνη την εποχή που ο Γκάλης θα μπορούσε να γίνει ακόμη και Πρωθυπουργός της χώρας καθώς ήταν το πιο αναγνωρίσιμο και σεβαστό μέλος.