Η Πόλις Εάλω (photogallery)
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΓΚΟΣ
Η αποφράδα μέρα της Αλωσης της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαϊου 1453, η υπερχιλιετής ιστορία του Βυζαντίου, οι αιωνίως Αθάνατοι, οι θρύλοι και οι παραδόσεις, ο θρήνος, το μοιρολόι αλλά και η ελπίδα του τραγουδιού με την πίστη του λαού
"Γιατί πουλί δεν κελαηδείς πως κελαηδούσες πρώτα;
Για πώς μπορώ να τραγουδώ 'πως κελαηδούσα πρώτα;
μου κόψαν τα φτερούδια μου, μου κόψαν τη λαλιά μου,
μας πήρανε την Πόλη μας και την Αγιά Σοφιά μας”.
Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα της 28ης Μαϊου. Μεταξύ 01:00 και 02:00, μπαίνοντας στις 29 του μήνα, μέρα Τρίτη, άρχισε η μεγαλύτερη τουρκική επίθεση. Ηταν το 1453 και η Κωνσταντινούπολη πολιορκούταν από τις 6 Απριλίου. Με επικεφαλής τον Αυτοκράτορα, Κωνσταντίνο ΙΑ’ Παλαιολόγο και Πρωτοστρατάρχη τον Γενουάτη, Ιουστινιάνι, οι πλιορκημένοι απωθούσαν τις επιθέσεις παρά το γεγονός ότι υπολείπονταν σε αριθμό.
Ο στρατός των Τούρκων υπολογίζεται σε 100.000. Πολυάριθμα ήταν και τα πλοία του στόλου. Αρκεί να υπολογίσει κάποιος ότι μόνο 72 πλοία πέρασαν οι Τούρκοι, μέσα σε μία νύχτα (22 προς 23 Απριλίου), από τη στεριά (σέρνοντάς τα πάνω σε σανίδες που είχαν λίπος), πίσω από τον Γαλατά, για να τα ρίξουν στον Κεράτιο Κόλπο. Ηταν μία από τις επιθέσεις που κατάφεραν να αποκρούσουν οι Βυζαντινοί. Ο στρατός των πολιορκημένων δεν ήταν πάνω από 8500 και τα πλοία σαφώς λιγότερα από αυτά του εχθρού.
Η Πόλη πολιορκούταν για μέρες πολλές από τον 21χρονο, Σουλτάνο, Μωάμεθ Β’, γεννημένο το 1432 στην Ανδριανούπολη, την τότε πρωτεύουσα του οθωμανικού κράτους. Το Βυζάντιο βρισκόταν σε μια περίοδο της υπερχιλιετούς ιστορίας του που ήταν εξασθενημένο. Μεταξύ άλλων, έδινε πάντα τις μάχες του για να κρατήσει την Κωνσταντινούπολη απόρθητη. Κατά τα χρόνια της ιστορίας του, μόνο μία φορά είχε πέσει στα χέρια των εχθρών παρά τις πολλές πολιορκίες που υπέστη. Ηταν το 1204 από τους Σταυροφόρους της Δ’ Σταυροφορίας, επανακτήθηκε όμως το 1261. Τους επόμενους δύο αιώνες, η εξασθενημένη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν πάντα στόχος από Λατίνους, Σέρβους, Βουλγάρους και από τους Οθωμανούς Τούρκους, όπως τότε, το 1453. Ηταν Τρίτη 29 Μαϊου, ήταν αποφράδα μέρα. Η Πόλις Εάλω…
Με το που δόθηκε το πρόσταγμα στις τάξεις των εχθρών για γενική επίθεση, η Πόλη δέχτηκε επίθεση από τρεις πλευρές. Οι Βυζαντινοί απωθούσαν τους Τούρκους παρά το ότι υστερούσαν αριθμητικά. Οι Τούρκοι είχαν στις τάξεις τους και τους Γενίτσαρους και κάποιοι από αυτούς ήταν στις πίσω σειρές σκοτώνοντας όποιον Τούρκο οπισθοχωρούσε. Ετσι, οι επιτιθέμενοι δεν έκαναν πίσω παρά τις αποκρούσεις που δέχονταν και τις απώλειες που είχαν.
Η Κερκόπορτα
Η άμυνα των Βυζαντινών κρατούσε. Το γεγονός όμως ότι τραυματίστηκε θανάσιμα ο Ιουστινιάνι, προκάλεσε ανεπανόρθωτο πλήγμα στις τάξεις των Βυζαντινών. Στην πρώτη γραμμή της μάχης και ο Αυτοκράτορας. Τραυματίστηκε θανάσιμα και αυτός. Τα τείχη υπέστησαν ρήγματα. Οι Τούρκοι έμπαιναν στην Πόλη.
Σύμφωνα με την παράδοση δεν θα τα κατάφερναν (οι γραμμές άμυνας κρατούσαν) αν -από εσωτερική προδοσία- δεν άνοιγε η Κερκόπορτα, εκεί κοντά στο Παλάτι του Κωνσταντίνου Ζ’ Πορφυρογέννητου. Εκείνη η πόρτα που λεγόταν έτσι επειδή οδηγούσε σε ένα ιπποδρόμιο (circus) έξω από τα τείχη. Λέγεται ότι από εκεί μπήκαν οι Τούρκοι. Ανοιξε. Και οι Βυζαντινοί βρέθηκαν να δέχονται επίθεση από δύο πλευρές.
Το πλήθος άρχισε να τρέχει. Πολλοί πήγαν στην Αγιά Σοφιά. Οι Τούρκοι μπήκαν κι εκεί και συνέχισαν τις σφαγές, χωρίς όμως ποτέ να μπορέσουν να καταστρέψουν το σύνολο των Αγίων Εικόνων και Τοιχογραφιών. Αλλοι έτρεχαν προς το λιμάνι για να βρουν διεξοδο σε πλοία που έφευγαν. Το προηγούμενο χρονικό διάστημα, ο Αυτοκράτορας είχε ζητήσει βοήθεια εκτός Βυζαντίου. Ελάχιστα όμως βοηθήθηκε. Η βοήθεια που περίμενε από τη Δύση δεν ήρθε ποτέ.
Οι σφαγές και οι λεηλασίες συνεχίζονταν. Οι ζωές που χάθηκαν. Η λεηλασία των πολιτιστικών θησαυρών μέσα στο χάος. Η Πόλις Εάλω… Και η υπερχιλιετής Βυζαντινή Αυτοκρατορία έπαψε να υπάρχει.
Το σθένος του Αυτοκράτορα
Η πολιορκία είχε κυρηχθεί επισήμως από τον Μωάμεθ Β’ στις 6 Απριλίου. Η πρότασή του για παράδοση της Πόλης απορρίφθηκε από τους Βυζαντινούς. Στις 28 Μαΐου έγινε η τελευταία χριστιανική Θεία Ακολουθία στην Αγία Σοφία, παρόντος βέβαια του Αυτοκράτορα και πλήθους αξιωματούχων και πιστών.
Λίγες μέρες πριν, στις 21 Μαϊου και ενώ η πολιορκία συνεχιζόταν, ο Σουλτάνος -με Πρέσβη που στέλνει- ζητά, εκ νέου, την παράδοση της Πόλης.
Κι ο Αυτοκράτορας του λέει: "Τὸ δὲ τὴν πόλιν σοὶ δοῦναι οὔτ' ἐμὸν ἐστίν οὔτ' ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ• κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως άποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν”. Δηλαδή, σε ελεύθερη απόδοση, το εξής: "Το να σου (παρα)δώσω όμως την πόλη ούτε σε εμένα επαφίεται ούτε σε άλλον από τους κατοίκους της• διότι με κοινή απόφαση οι πάντες θα αποθάνουμε αυτοπροαίρετα και δεν θα υπολογίσομε τη ζωή μας”.
Αιωνίως αθάνατοι…
Η χρυσή Αγία Τράπεζα
Σύμφωνα με την παράδοση, πριν την Αλωση της Κωνσταντινούπολης, ο Αυτοκράτορας είχε δώσει εντολή να μεταφερθούν μακριά από την Πόλη όλα τα κειμήλια της Αγίας Σοφίας και η Αγία Τράπεζα που ήταν κατασκευασμένη από χρυσό και πάνω της κρέμονταν 30 στέμματα των αυτοκρατόρων, ανάμεσα τους και αυτό του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Τα κειμήλια φορτώθηκαν σε τρία ενετικά καράβια. Το τρίτο που είχε την Αγία Τράπεζα βυθίστηκε στα νερά του Βοσπόρου στην περιοχή του Μαρμαρά. Εκεί, τα νερά είναι πάντα γαλήνια ασχέτως με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούν. Σύγχρονοι Τούρκοι επιστήμονες μαρτυρούν το φαινόμενο και έχουν κάνει κατά καιρούς απόπειρες να ανακαλύψουν πού οφείλεται. Λόγω της λασπώδους σύστασης του βυθού, οι απόπειρες έμειναν άκαρπες.
Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς περιμένει πάντα τη στιγμή να ανακτήσει την Πόλη και την Αυτοκρατορία του ενώ ο ιερέας που ήταν στην Αγία Σοφία όταν μπήκαν μέσα στο σύμβολο αυτό της Χριστιανοσύνης οι Τούρκοι, εξαφανίσθηκε μέσα στον τοίχο, πίσω από το Άγιο Βήμα. Περιμένει να ανακτηθεί η Πόλη και να βγει για να συνεχίσει τη λειτουργία.
Ολοι οι θρύλοι έχουν ένα σημείο που μοιάζουν. Το ότι ο χρόνος σταμάτησε εκεί, με την Αλωση.
“Σώπασε αφέντρα και κυρά”
Ενας από τους παραδοσιακούς και θαυμαστούς θρύλους μετά την Αλωση της Πόλης είναι και τούτος: ένα πουλί πήγε το γραπτό μήνυμα με τη δυσάρεστη είδηση στην Τραπεζούντα. Το πήγε στη Μητρόπολη, την ώρα που λειτουργούσε ο Πατριάρχης. Κανείς δεν τολμούσε να το διαβάσει μέχρι που ένας νέος το πήρε και είπε: «Πάρθεν η Πόλη, Πάρθεν η Ρωμανία». Κι ενώ είχε αρχίσει ο θρήνος, ο νέος συνέχισε: «Κι αν η Πόλη έπεσε, κι αν πάρθεν η Ρωμανία, πάλι με χρόνους και καιρούς, πάλι δικά μας θα’ ναι».
Η Αλωση της Πόλης, η θλίψη, ο πόνος, ο καημός που έγιναν τραγούδι, μοιρολόι. Τραγουδήθηκε και τραγουδιέται στον απανταχού ελληνισμό.
Οπως λέει ένα ριζίτικο: "Και δώστε λόγο στη Φραγκιά, την Πόλη επήρε ο Τούρκος. Κι η Δέσποινα ως τ’ άκουσε, τα μάτια τς εδακρύσαν. Κι ο Μιχαήλ κι ο Γαβριήλ την επαρηγορήσαν. Σώπασε αφέντρα και κυρά, πάλι δικά μας θα ’ναι, πάλι με χρόνια με καιρούς…”
Οπως λέει ένα θρακιώτικο: "Τρία καρά- κρουσταλλένια μου, τρία καράβια φεύγουνι που μέσα που την Πόλη, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι αναστενάζει, το ’να φορτώνει το Σταυρό κι τ’ άλλο του Βαγγέλιου, του τρίτου του καλύτερου, την Άγια Τράπεζά μας”.
Οπως λέει ένα ποντιακό: "Ναϊλοί εμάς, να βάι εμάς, οι Τούρκ’ την Πόλ’ επαίραν, επαίραν το βασιλοσκάμν’, ελάγεν αφεντία. Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίνε τα μοναστήρεα κι Άι Γιάννες ο Χρυσόστομον, κλαίει δερνοκοπάται. Μη κλαις μη κλαις Άι Γιάννε μου, και μη δερνοκοπάσαι, η Ρωμανία πέρασεν, η Ρωμανία επάρθεν, η Ρωμανία αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο”.