Η νέα στρατηγική εξίσωση στο Αιγαίο
Του καθηγητού Αθανάσιου Κωνσταντινίδη
Μαθηματικού Δρ. ΑΠΘ
Συμβούλου επί 10ετία του ΥΠ.ΕΘ.Α των ΗΑΕ
Υπόμνηση μεθοδολογίας
Τα διαγράμματα που περιέχονται στο παρόν άρθρο, αποτελούν εννοιολογικές προσομοιώσεις Monte Carlo και χρησιμοποιούνται για την απεικόνιση στρατηγικών τάσεων και σχέσεων μεταξύ μεταβλητών. Για κάθε διάγραμμα εκτελέστηκαν 10.000 επαναλήψεις Monte Carlo. Οι μεταβλητές εισόδου (drone density, sensor density, network superiority, saturation pressure, attrition factors) θεωρήθηκαν στοχαστικές και δειγματοληπτήθηκαν από κανονικοποιημένες ομοιόμορφες ή τριγωνικές κατανομές. Οι τελικές πιθανότητες αποτελούν σχετικούς δείκτες του μοντέλου και δεν πρέπει να ερμηνεύονται ως πραγματικές επιχειρησιακές πιθανότητες.
Εισαγωγή
Για δεκαετίες, η αεροπορική ισχύς μετριόταν σχεδόν αποκλειστικά με αριθμούς μαχητικών αεροσκαφών, με επιδόσεις κινητήρων, με δείκτη στιγμιαίας και διατηρούμενης στροφής (ITR-STR) και ακτίνας εμπλοκής πυραύλων. Η κυριαρχία στον ουρανό εθεωρείτο ζήτημα ταχύτητας, ύψους και αερομαχίας. Σήμερα όμως, το πεδίο μάχης μεταβάλλεται με τρόπο σχεδόν δραματικό.
Η εποχή των «μοναχικών» μαχητικών δίνει σταδιακά τη θέση της σε ένα νέο, κατακερματισμένο και βαθιά δικτυοκεντρικό περιβάλλον πολέμου, όπου αισθητήρες, τεχνητή νοημοσύνη, ηλεκτρονικός πόλεμος, αλγόριθμοι και σμήνη μη επανδρωμένων συστημάτων συνυπάρχουν σε ένα ενιαίο οικοσύστημα μάχης.
Μέσα σε αυτή τη νέα πραγματικότητα, η Ελλάδα και η Τουρκία φαίνεται να ακολουθούν δύο διαφορετικές — σχεδόν αντίθετες — στρατηγικές φιλοσοφίες. Από τη μία πλευρά, η Ελληνική Πολεμική Αεροπορία επενδύει στην ποιότητα: στα Dassault Rafale, στα αναβαθμισμένα F-16V και στα μελλοντικά Lockheed Martin F-35 Lightning II, δημιουργώντας μια αεροπορική δύναμη υψηλής τεχνολογίας, δικτυοκεντρικής λειτουργίας και εξαιρετικά προηγμένης επίγνωσης μάχης.
Από την άλλη πλευρά, η Τουρκία επενδύει ολοένα και περισσότερο στη μαζικότητα, στη βιομηχανική παραγωγή drones, στη λογική του κορεσμού και στη δυνατότητα συνεχούς επιχειρησιακής φθοράς μέσω φθηνών, αναλώσιμων και αριθμητικά μεγάλων συστημάτων. Έτσι, το Αιγαίο μετατρέπεται σταδιακά όχι απλώς σε χώρο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, αλλά σε ένα ιδιόμορφο εργαστήριο της νέας εποχής του πολέμου.
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιος διαθέτει τα καλύτερα αεροσκάφη. Το πραγματικό ερώτημα είναι βαθύτερο. Μπορεί η ποιοτική αεροπορική υπεροχή να διατηρήσει την κυριαρχία της απέναντι σε έναν αντίπαλο που βασίζεται στη μαζικότητα, στον κορεσμό και στη βιομηχανική αντοχή; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα ίσως καθορίσει όχι μόνο τη μελλοντική στρατηγική ισορροπία Ελλάδας–Τουρκίας, αλλά και τη μορφή των αεροπορικών συγκρούσεων του 21ου αιώνα.
ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΚΟΡΕΣΜΟΥ
Στα παρακάτω δύο διαγράμματα προσομοίωσης Μonte Carlo παρουσιάζεται η βασική στρατηγική σύγκρουση των δύο φιλοσοφιών. Ποιότητα εναντίον κορεσμού. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η ποιοτική υπεροχή της Π.Α με Rafale, F-16V, μελλοντικά F-35, εκπαίδευση, δικτύωση και αισθητήρες. Από την άλλη, η μαζική χρήση τουρκικών σμηνών drones, που δεν στοχεύουν απαραίτητα να «νικήσουν» τα ελληνικά μαχητικά, αλλά να πιέσουν το σύστημα, μέσω κορεσμού. Η επιφάνεια του εν λόγω διαγράμματος καταδεικνύει ότι, όταν η πυκνότητα των drones είναι χαμηλή ή μεσαία, η πιθανότητα ελληνικής αεροπορικής κυριαρχίας παραμένει υψηλή. Αυτό εξηγείται από την υπεροχή σε τεχνολογία, εκπαίδευση, αισθητήρες, όπλα BVR (εμπλοκή πέραν της οπτικής επαφής) και δικτυοκεντρική λειτουργία.
Καθώς όμως η πυκνότητα των σμηνών αυξάνεται, η πιθανότητα αυτή κυριαρχίας της Π.Α αρχίζει να μειώνεται. Όχι επειδή τα drones μπορούν να αντιμετωπίσουν Rafale ή F-35, αλλά επειδή αυξάνουν το επιχειρησιακό βάρος. Περισσότερα ίχνη στα radar, περισσότερες εμπλοκές, μεγαλύτερη κατανάλωση πυρομαχικών, περισσότερη κόπωση του συστήματος διοίκησης και αεράμυνας.
Είναι εμφανές ότι όσο μεγαλώνει η πυκνότητα σμηνών των drones, τόσο αυξάνεται η πιθανότητα κορεσμού. Επίσης όσο η υπεροχή της Π.Α. πλησιάζει στη μέγιστη τιμή της (στην μονάδα), τόσο καθίσταται ισχυρότερη η ελληνική δικτύωση, η τεχνολογία και η αεροπορική απόδοσή της. Ο κρίσιμης σημασίας κατακόρυφος άξονας απεικονίζει την πιθανότητα αεροπορικής κυριαρχίας. Το συμπέρασμα είναι σαφές. Η ελληνική ποιότητα λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Ωστόσο, ο μαζικός κορεσμός μειώνει σταδιακά την αντοχή του συστήματος.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η στρατηγική λογική του πολέμου κορεσμού (saturation warfare). Ο στόχος δεν είναι η φυσική καταστροφή του αντιπάλου, αλλά η δημιουργία υπερφόρτωσης αισθητήρων, καθυστερήσεων αντίδρασης, και σταδιακής επιχειρησιακής αποδιοργάνωσης. Η χρωματική διαβάθμιση λειτουργεί ως ένας άμεσος οπτικός δείκτης της πιθανότητας αεροπορικής κυριαρχίας.
🔵 Σκούρο Μπλε (80–100%)
Πολύ υψηλή πιθανότητα διατήρησης αεροπορικής κυριαρχίας. Η ποιοτική υπεροχή της Πολεμικής Αεροπορίας επαρκεί για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την απειλή.
🟢 Πράσινο (50–80%)
Ευνοϊκή αλλά όχι απόλυτα ασφαλής κατάσταση. Η Π.Α. διατηρεί το επιχειρησιακό πλεονέκτημα, όμως η αυξανόμενη πυκνότητα drones αρχίζει να επηρεάζει την αποτελεσματικότητά της.
🟡 Κίτρινο (30–50%)
Ζώνη αβεβαιότητας και έντονου ανταγωνισμού. Καμία πλευρά δεν εξασφαλίζει σαφή κυριαρχία και η έκβαση εξαρτάται από παράγοντες όπως η διοίκηση, τα αποθέματα και η τακτική αξιοποίηση των μέσων.
🟠 Πορτοκαλί (10–30%)
Υψηλός βαθμός κορεσμού. Τα σμήνη drones περιορίζουν σημαντικά την αποτελεσματικότητα της ποιοτικής υπεροχής, δημιουργώντας σοβαρές επιχειρησιακές δυσκολίες.
🔴 Κόκκινο (0–10%)
Ακραία κατάσταση κορεσμού. Η αριθμητική πίεση των drones υπερβαίνει την ικανότητα αντίδρασης των αμυντικών συστημάτων και η πιθανότητα διατήρησης αεροπορικής κυριαρχίας γίνεται πολύ χαμηλή.
Στρατηγική Ερμηνεία
Η μετάβαση από το μπλε προς το κόκκινο δεν συμβολίζει απλώς μια αριθμητική μείωση πιθανότητας. Απεικονίζει τη μετάβαση από: «Πόλεμο Ποιότητας» στον «Πόλεμο Κορεσμού», όπου η τεχνολογική υπεροχή παραμένει κρίσιμη, αλλά σταδιακά δοκιμάζεται από την αυξανόμενη μάζα φθηνών και αναλώσιμων συστημάτων. Μία σύντομη λεζάντα που θα ταίριαζε κάτω από το διάγραμμα είναι: «Η χρωματική μετάβαση από το μπλε στο κόκκινο αποτυπώνει τη σταδιακή διάβρωση της αεροπορικής κυριαρχίας καθώς η πυκνότητα των σμηνών drones αυξάνεται και το φαινόμενο κορεσμού εντείνεται.»
Δηλαδή με την πάροδο του χρόνου ακόμη και μια αισθητά ποιοτικότερη αεράμυνα μπορεί να πιεστεί, όταν ο όγκος των απειλών υπερβεί την ικανότητα διαχείρισης του συστήματος.
Αντίστοιχα, στο επόμενο διάγραμμα που ακολουθεί αποτυπώνεται μια από τις πιο κρίσιμες έννοιες της σύγχρονης αεροπορικής στρατηγικής.
Ο κορεσμός της άμυνας. Στον σύγχρονο πόλεμο, το ερώτημα δεν είναι μόνο, αν μια αεράμυνα είναι ποιοτικά ανώτερη, αλλά και πόση πίεση μπορεί να αντέξει, πριν αρχίσει να εμφανίζει τα πρώτα ρήγματα.
Το διάγραμμα δείχνει ότι όσο αυξάνεται ο αριθμός εισερχόμενων drones ανά κύμα επίθεσης , τόσο αυξάνεται και το ρίσκο διάτρησης της άμυνας. Αρχικά, η αεράμυνα μπορεί να απορροφήσει την πίεση. Οι αισθητήρες, τα radar και τα αντιαεροπορικά συστήματα διατηρούν τον έλεγχο της κατάστασης. Όμως μετά από ένα κρίσιμο σημείο, η καμπύλη αρχίζει να ανυψώνεται απότομα. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των απειλών δεν παράγει πλέον γραμμική πίεση αλλά εκθετική επιβάρυνση του αμυντικού συστήματος.
Ο Πόλεμος Κορεσμού και το F-35
Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλέγμα αλλαγής δόγματος πολέμου το Lockheed Martin F-35 Lightning II αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα ο οποίος δρα ως πολλαπλασιαστής ισχύος. Δεν είναι απλώς ένα stealth μαχητικό πέμπτης γενιάς, αλλά ένας ιπτάμενος πληροφοριακός κόμβος, ικανός να συνδέει αισθητήρες, αεροσκάφη, ναυτικές μονάδες και επίγεια συστήματα σε ένα ενιαίο δικτυοκεντρικό περιβάλλον μάχης.
Η αυξανόμενη σύντηξη αισθητήρων (sensor fusion) επιτρέπει στο F-35 να διατηρεί υψηλή επιχειρησιακή επίγνωση ακόμη και μέσα σε περιβάλλον αυξημένης πολυπλοκότητας και κορεσμού drones. Και όσο αυξάνεται το επίπεδο σύντηξης αισθητήρων, τόσο αυξάνεται και η κυριαρχία επίγνωσης μάχης. Ακόμη και όταν η απειλή από drones γίνεται πιο πολύπλοκη — μέσω μαζικότητας, συντονισμού ή ηλεκτρονικών παρεμβολών , το F-35 διατηρεί υψηλά επίπεδα επιχειρησιακού ελέγχου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το εν λόγω αεροσκάφος δεν λειτουργεί ως απομονωμένη πλατφόρμα. Αντιθέτως, συλλέγει δεδομένα από πολλαπλές πηγές, ενσωματώνει πληροφορίες σε πραγματικό χρόνο, εντοπίζει και ταξινομεί στόχους και διανέμει εικόνα μάχης σε ολόκληρο το δίκτυο. Με αυτόν τον τρόπο, το αεροσκάφος μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή ισχύος για ολόκληρο το σύστημα αεράμυνας και αεροπορικών επιχειρήσεων.
Το στοιχείο αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο απέναντι σε περιβάλλον πολέμου σμηνών (swarm warfare ). Τα drones μπορεί να αυξάνουν θεαματικά τον αριθμό των απειλών, όμως η αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα του αμυνόμενου να διαχειρίζεται πληροφορία και να διατηρεί επίγνωση της κατάστασης. Και ακριβώς εκεί το F-35 αποκτά στρατηγική σημασία του. (βλ. διάγραμμα 3)
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι στον σύγχρονο πόλεμο, η πληροφορία και η δικτυοκεντρική διαχείριση δεδομένων ενδέχεται να αποδειχθούν εξίσου σημαντικές — ή ακόμα και σημαντικότερες ίσως — από την ίδια την κινητική ισχύ πυρός. Ένα από τα πιο κρίσιμα στοιχεία του διαγράμματος είναι η έννοια της sensor density (πυκνότητας αισθητήρων). Στο σύγχρονο δικτυοκεντρικό πεδίο μάχης radar, EOTS, SIGINT, UAV reconnaissance, ναυτικά συστήματα, και airborne sensors δημιουργούν ένα συνεχές πλέγμα επιτήρησης. Όμως η αυξημένη πυκνότητα αισθητήρων δεν αυξάνει μόνο την επιτήρηση. Αυξάνει και την ηλεκτρονική συμφόρηση, την πολυπλοκότητα διαχείρισης δεδομένων, τον κίνδυνο παρεμβολών, και την πιθανότητα λανθασμένης ταξινόμησης στόχων. Έτσι, το πρόβλημα μετατρέπεται από καθαρά στρατιωτικό σε πληροφοριακό και αλγοριθμικό.
ΠΑΡΑΓΩΝ ΚΟΣΤΟΣ
Στο νέο διαμορφωθέν θέατρο επιχειρήσεων εισάγεται μία από τις πλέον καθοριστικές μεταβλητές των σύγχρονων συγκρούσεων. Η οικονομική φθορά μέσω ασυμμετρίας κόστους. Στον παραδοσιακό πόλεμο, η στρατιωτική ισχύς μετριόταν κυρίως με αριθμούς πλατφορμών, ποιότητα οπλικών συστημάτων και επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα. Σήμερα εμφανίζεται μια νέα στρατηγική λογική. Ο αντίπαλος μπορεί να επιδιώξει όχι την άμεση στρατιωτική νίκη, αλλά τη σταδιακή οικονομική εξάντληση του αμυνόμενου.
Η μαζική χρήση φθηνών drones συγκροτεί ένα περιβάλλον στο οποίο η αντιμετώπιση ακόμη και φτηνού κόστους απειλών, μπορεί να απαιτεί δυσανάλογα ακριβά αμυντικά μέσα. Έτσι, το οικονομικό κόστος μετατρέπεται σταδιακά σε κρίσιμο επιχειρησιακό παράγοντα. Συνακόλουθα αυτή τη δυναμική: μπορεί να επιβάλει εκθετικά αυξανόμενη οικονομική φθορά στον αμυνόμενο. Είναι λογικό ότι όσο μειώνεται το κόστος των επιτιθέμενων drones και παραμένει υψηλό το κόστος αναχαίτισης, τόσο αυξάνεται η οικονομική επιβάρυνση του αμυνόμενου.
Αυτό αποτελεί και τον πυρήνα της στρατηγικής ασυμμετρίας κόστους (cost asymmetry). Ένα drone αξίας λίγων χιλιάδων ευρώ μπορεί να εξαναγκάσει την ενεργοποίηση πυραύλων αναχαίτισης, radar, ηλεκτρονικών συστημάτων και δαπανηρών κύκλων επιχειρησιακής ετοιμότητας.
Με αυτόν τον τρόπο, ακόμη και αν η αεράμυνα επιτυγχάνει επιχειρησιακά, μπορεί να οδηγείται σταδιακά σε οικονομική και υλικοτεχνική φθορά. Η λογική αυτή αποτελεί βασικό στοιχείο της σύγχρονης στρατηγικής κορεσμού.
Στο πλαίσιο του Αιγαίου, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς η υψηλή πυκνότητα αισθητήρων και οι μικροί χρόνοι αντίδρασης ενδέχεται να αυξήσουν περαιτέρω την ανάγκη για συνεχή επιχειρησιακή ετοιμότητα.
Σχετικά λοιπόν με το κόστος, στο σύγχρονο πόλεμο, η οικονομική αντοχή ενός αμυντικού συστήματος μπορεί να αποδειχθεί εξίσου κρίσιμη με την καθαρά στρατιωτική του. Η γεωγραφία δεν λειτουργεί πλέον ως απλό υπόβαθρο επιχειρήσεων. Μετατρέπεται σε ενεργό παράγοντα ισχύος, περιορισμού, απόκρυψης, επιτήρησης και κορεσμού.
ΤΟ ΑΙΓΑΙΟ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΟΤΙΚΗ ΥΠΕΡΟΧΗ
Το αρχιπέλαγος δεν είναι ούτε ανοικτός ωκεανός ούτε ενιαίο ηπειρωτικό μέτωπο. Πρόκειται για ένα εξαιρετικά συμπιεσμένο επιχειρησιακό περιβάλλον με εκατοντάδες νησιά, μικρές αποστάσεις, σύνθετη γεωμορφολογία, υψηλή πυκνότητα αισθητήρων, πολλαπλές σκιές radar, και περιορισμένους χρόνους αντίδρασης.
Αυτό σημαίνει ότι η αεροπορική και ναυτική ισχύς δεν λειτουργούν πλέον σε «καθαρό» πεδίο μάχης. Αντιθέτως, εντάσσονται μέσα σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο οικοσύστημα αισθητήρων, ηλεκτρονικού πολέμου, δικτυωμένων πλατφορμών και κορεστικών απειλών. Η γεωμορφική γεωμετρία του Αιγαίου είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Πρόκειται για ένα δυναμικό πεδίο επιχειρησιακής επικινδυνότητας, όπου η γεωγραφική συμπίεση και η πυκνότητα αισθητήρων δημιουργούν πολλαπλασιαζόμενες ζώνες πίεσης.
Σε αντίθεση με τις κλασικές αεροπορικές θεωρίες του Ψυχρού Πολέμου, όπου η μάχη εξελισσόταν σε σχετικά «καθαρούς» χώρους μεγάλης απόστασης, το Αιγαίο χαρακτηρίζεται από εξαιρετικά μικρούς χρόνους προειδοποίησης, συνεχείς αλλαγές γραμμής οράσεως, περιορισμούς λόγω νησιωτικών όγκων, και αλληλεπικάλυψη αισθητήρων. Οι ορεινοί όγκοι πολλών νησιών δημιουργούν radar shadows (σκιές radar), δηλαδή περιοχές περιορισμένης επιτήρησης όπου χαμηλά ιπτάμενα drones ή βλήματα μπορούν να κινηθούν δυσκολότερα ανιχνεύσιμα. Παράλληλα, τα στενά περάσματα και οι θαλάσσιοι διάδρομοι δημιουργούν φυσικούς «διαδρόμους σμηνών», μέσα από τους οποίους μπορούν να κινηθούν μαζικές επιθέσεις drones ή χαμηλού ύψους στόχων. Ως αποτέλεσμα, το ίδιο το περιβάλλον μετατρέπεται σε πολλαπλασιαστή αβεβαιότητας και κινδύνου.
Παράλληλα όμως, η ίδια γεωγραφική συμπίεση δημιουργεί και σημαντικά πλεονεκτήματα για την ελληνική πλευρά. Η υψηλή πυκνότητα αισθητήρων, η εμπειρία επιχειρήσεων στο Αιγαίο και η ύπαρξη προηγμένων πλατφορμών όπως Dassault Rafale, F-16V, και μελλοντικά Lockheed Martin F-35 Lightning II, επιτρέπουν τη δημιουργία ενός ιδιαίτερα ισχυρού δικτυοκεντρικού πλέγματος επιτήρησης και εμπλοκής. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ελληνική στρατηγική φαίνεται να βασίζεται όχι στη μαζικότητα, αλλά στην ποιότητα αισθητήρων, στη σύντηξη δεδομένων, στη δικτυοκεντρική λειτουργία, και στην ταχεία αντίδραση. Έτσι, το Αιγαίο μετατρέπεται σταδιακά σε σύγκρουση ποιοτικής επίγνωσης εναντίον μαζικού κορεσμού.
ΖΩΝΗ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ ΤΗΣ Π.Α ΣΤΟ ΑΡΧΙΠΕΛΑΓΟΣ
Η γεωγραφική συμπίεση μειώνει τους χρόνους αντίδρασης, αυξάνει την πυκνότητα στόχων, και ενισχύει τις πιθανότητες ταχείας κλιμάκωσης κορεσμού. Αυτό σημαίνει ότι η επιβίωση της αεροπορικής κυριαρχίας δεν θα εξαρτηθεί αποκλειστικά από το ποιος διαθέτει τα καλύτερα μαχητικά, αλλά από το ποιος μπορεί να διατηρεί σταθερότερη δικτυοκεντρική συνοχή μέσα στο χάος. Με άλλα λόγια: η σύγχρονη αεροπορική κυριαρχία είναι πλέον περισσότερο πρόβλημα: διαχείρισης πληροφορίας, ανθεκτικότητας δικτύων, και επιβίωσης αισθητήρων, παρά απλής κινητικής ισχύος.
Η ελληνική ποιοτική υπεροχή ενδέχεται να προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα κατά τις πρώτες 48–72 ώρες. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα ορισμένα στοιχεία πολύ υψηλής ποιότητας, όπως αεροπορικές πλατφόρμες, ισχυρή αντιαεροπορική διάταξη, εμπειρία Αιγαίου, compressed battlespace advantage (πλεονέκτημα συμπιεσμένου πεδίου μάχης), και μικρούς χρόνους αντίδρασης. Στις πρώτες ώρες ενός πολέμου η ποιότητα αισθητήρων, η αεροπορική επίγνωση, τα BVR missiles, και η ταχύτητα αντίδρασης μετρούν τεράστια. Ειδικά τα Dassault Rafale, Meteor, F-16V, και αργότερα τα Lockheed Martin F-35 Lightning II, δημιουργούν πολύ επικίνδυνο περιβάλλον για οποιαδήποτε δύναμη.
Αυτό είναι εξαιρετικά κρίσιμο. Το Αιγαίο είναι στενό, γεμάτο αισθητήρες, γεμάτο νησιά, χωρίς μεγάλα βάθη ασφαλείας, με συνεχείς εγκλωβισμούς radar. Άρα κάθε απώλεια φαίνεται, κάθε κίνηση εντοπίζεται γρήγορα, και η κλιμάκωση μπορεί να γίνει εκρηκτική. Σε τέτοιο περιβάλλον η πρώτη φάση του πολέμου είναι εξαιρετικά επικίνδυνη.
Από την άλλη ένας τέτοιος πόλεμος Ελλάδος Τουρκίας δεν αναμένεται (για πολλές αιτίες) , να είναι χρονοβόρος. Γι αυτό και πολλοί στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν ότι: οι πρώτες 48–72 ώρες θα ήταν καθοριστικές. Εδώ μπαίνουν οι στρατηγικοί και γεωπολιτικοί περιορισμοί. Και οι δύο χώρες ανήκουν στο NATO. Ένας παρατεταμένος πόλεμος ελληνοτουρκικός πόλεμος, θα διέλυε τη νοτιοανατολική πτέρυγα, θα δημιουργούσε τεράστιο ρήγμα, και θα προκαλούσε αμερικανική και ευρωπαϊκή πίεση για άμεση παύση. Άρα υπάρχει ισχυρός εξωτερικός μηχανισμός περιορισμού διάρκειας.
Μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα προκαλούσε ενεργειακή αναστάτωση, κατάρρευση τουρισμού, χρηματοπιστωτική αστάθεια, πιθανό σοκ σε ναυτιλία και εμπόριο. Και οι δύο οικονομίες: δεν είναι δομημένες για πολυετή πολεμική αντοχή. Σε αντίθεση με την Ουκρανία, ή τεράστια χερσαία μέτωπα, στο Αιγαίο οι αποστάσεις είναι μικρές, οι πλατφόρμες εκτίθενται άμεσα και οι απώλειες μπορούν να αυξηθούν γρήγορα. Άρα η φθορά γίνεται πολύ πιο «συμπιεσμένη χρονικά».
Και στις δύο κοινωνίες μεγάλες απώλειες αεροσκαφών, πλοίων, ή προσωπικού , θα δημιουργούσαν τεράστια πολιτική πίεση. Η εποχή των πολέμων «απεριόριστης διάρκειας» μεταξύ κρατών με τόσο μεγάλη διεθνή διασύνδεση φαίνεται να έχει παρέλθει.Όλες οι πλευρές θα πίεζαν για γρήγορη αποκλιμάκωση. Πολλοί στρατηγικοί αναλυτές θεωρούν πιθανότερο: σύντομη αλλά εξαιρετικά βίαιη φάση υψηλής έντασης, με μεγάλη χρήση αεροπορίας, πυραύλων, drones, ηλεκτρονικού πολέμου, και πολύ έντονη διπλωματική παρέμβαση σχεδόν άμεσα.
Η ελληνική ποιοτική υπεροχή πιθανότατα έχει τη μεγαλύτερη αξία ακριβώς στις πρώτες ώρες και ημέρες της σύγκρουσης. Δηλαδή: σε εκείνο το χρονικό παράθυρο όπου η ποιότητα, η δικτύωση, η έκπληξη, και η ταχύτητα απόφασης μπορούν να παράγουν δυσανάλογο στρατηγικό αποτέλεσμα πριν ο πόλεμος μετατραπεί σε μακροχρόνια φθορά.
Η Ελλάδα έχει σχεδιάσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της κυρίως για σύντομο πόλεμο υψηλής έντασης και άμεση αεροναυτική αναμέτρηση . Δεν έχει πληθυσμό ούτε βιομηχανική βάση για πόλεμο φθοράς μηνών.
Στον αντίποδα, η Τουρκία έχει πολύ μεγαλύτερο πληθυσμό, ισχυρότερη αμυντική βιομηχανία μαζική παραγωγή UAVs , παραγωγή πυρομαχικών και σημαντικές δυνατότητες συντήρησης/αναπλήρωσης Αυτά , ωστόσο, δεν σημαίνουν ότι μπορεί να πολεμά επ' αόριστον.
ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ-ΤΟ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟ ΕΡΩΤΗΜΑ
Η Ελλάδα δεν μπορεί να κερδίσει έναν πόλεμο φθοράς. Η Τουρκία δεν θέλει να υποστεί συντριπτικές απώλειες τις πρώτες ημέρες. Με απλά λόγια. Το ελληνικό πλεονέκτημα κορυφώνεται στην αρχή μιας σύγκρουσης. Το τουρκικό πλεονέκτημα τείνει να αυξάνεται, όσο η σύγκρουση παρατείνεται.
«Εφόσον λοιπόν -πιθανότατα- ο πόλεμος θα είναι περιορισμένης διάρκειας, δεν πρέπει η Ελλάδα να πετύχει συντριπτικό πλήγμα άμεσα;» Σε καθαρά στρατιωτική λογική, ναι. Εάν η πολιτική ηγεσία έχει καταλήξει ότι η σύγκρουση θα διαρκέσει λίγες ημέρες, θα υπάρξει σύντομη διεθνής παρέμβαση και δεν θα επιτραπεί πλήρης εκστρατεία φθοράς, τότε η λογική του σχεδιασμού μετατρέπεται στο «Να δημιουργήσω μη αναστρέψιμο επιχειρησιακό αποτέλεσμα πριν επέμβει η διπλωματία.»
Όχι «συντριπτικό πλήγμα» αλλά «πρώτο αποτελεσματικό πλήγμα». (Το πρώτο προϋποθέτει στρατηγική έκπληξη. Το δεύτερο σημαίνει ότι μέσα στις πρώτες 24–72 ώρες αποκτώ τόσο ισχυρό επιχειρησιακό πλεονέκτημα ώστε η συνέχεια του πολέμου ή η διπλωματική προσέγγιση να ευνοεί εμένα) Αυτός εκτιμώ θα είναι ο πιο πιθανός ελληνικός πολιτικός στόχος. Και αυτός είναι ίσως ο πιο σύντομος τρόπος να περιγράψει κάποιος τη στρατηγική εξίσωση στο Αιγαίο σήμερα.