Η ινδική TATA προσφέρει περιπλανώμενα πυρομαχικά στον Ελληνικό Στρατό

Οι σημαντικές εξελίξεις
Η ινδική TATA προσφέρει περιπλανώμενα πυρομαχικά στον Ελληνικό Στρατό

Μια νέα, πρόταση με ιδιαίτερο ενδιαφέρον από την Ινδία έρχεται να προστεθεί στις επιλογές που εξετάζονται στην ελληνική αμυντική αγορά. Στο επίκεντρο βρίσκονται τα περιπλανώμενα πυρομαχικά και τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη μεγάλης εμβέλειας, δύο τομείς που γνωρίζουν ταχεία ανάπτυξη διεθνώς.

Στις 15 Σεπτεμβρίου 2026, εκπρόσωποι της Tata Advanced Systems Limited (TASL) και του CYRIC Group παρουσίασαν σε επιτελείς του Γενικού Επιτελείου Στρατού τις επιχειρησιακές δυνατότητες των δύο εταιρειών στον τομέα των περιπλανώμενων πυρομαχικών (Loitering Munitions), καθώς και των μη επανδρωμένων αεροσκαφών κατηγορίας MALE. Η συγκεκριμένη παρουσίαση επιβεβαιώθηκε επίσημα από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας, ενώ σε αυτή συμμετείχαν υψηλόβαθμα στελέχη τόσο της ινδικής TASL όσο και της CYRIC.

Κεντρικό σημείο της παρουσίασης αποτέλεσε το ALS – Advanced Loitering System, ένα περιπλανώμενο πυρομαχικό ινδικής σχεδίασης, το οποίο έχει τη δυνατότητα να συνδυάζει αποστολές αναγνώρισης και επιτήρησης με την προσβολή επιλεγμένων στόχων.

Η εξέλιξη αυτή προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στην παρουσίαση. Αυτό γιατί τα drones αντιμετωπίζονται πλέον όχι απλώς ως υποστηρικτικά μέσα, αλλά ως μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού για τις μελλοντικές δυνατότητες πυρός και συλλογής πληροφοριών.

Η ίδια η Tata Advanced Systems περιγράφει το ALS ως εγχώρια σχεδιασμένο, αναπτυγμένο και κατασκευασμένο σύστημα loitering munition, κατάλληλο τόσο για επιτήρηση όσο και για αποστολές μάχης. Το σύστημα μπορεί να μεταδίδει ζωντανή ηλεκτροοπτική και υπέρυθρη εικόνα στον χειριστή, ενώ διαθέτει αυτόνομες λειτουργίες πτήσης και στόχευσης.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει, παράλληλα, το γεγονός ότι το ALS δεν αποτελεί κατ’ ανάγκη ένα κλασικό όπλο μίας χρήσης, το οποίο μετά την εκτόξευσή του καταστρέφεται ανεξάρτητα από την εξέλιξη της αποστολής. Είναι κάτι παραπάνω από αυτό.

Σύμφωνα, πάντα, με την ίδια την TATA, το ALS ενσωματώνει μηχανισμούς ασφαλείας που δίνουν τη δυνατότητα στον χειριστή να διακόψει την αποστολή ακόμη και μετά την εκτόξευση. Σε περίπτωση που η πολεμική κεφαλή δεν έχει ενεργοποιηθεί, το σύστημα μπορεί να ανακτηθεί και να χρησιμοποιηθεί εκ νέου σε μεταγενέστερη αποστολή. 

Αυτό αποτελεί σημαντικό επιχειρησιακό πλεονέκτημα σε ένα περιβάλλον όπου η αναγνώριση στόχου μπορεί να αλλάξει μέσα σε δευτερόλεπτα.

Τα χαρακτηριστικά

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα τεχνικά στοιχεία που δημοσιεύθηκαν μετά την παρουσίαση, το ALS έχει μήκος περίπου 2,5 μέτρα, μπορεί να μεταφέρει πολεμική κεφαλή έως 6 κιλά και χρησιμοποιεί αρχιτεκτονική VTOL – Vertical Take-Off and Landing.

Η υφιστάμενη έκδοση του συστήματος φέρεται να έχει μέγιστη εμβέλεια της τάξης των 50 χιλιομέτρων. Παράλληλα, σύμφωνα με το Defence Review, εξετάζεται η ανάπτυξη νέων εκδόσεων που θα μπορούσαν να φτάσουν τα 100 ή ακόμη και τα 400 χιλιόμετρα. Ωστόσο, οι συγκεκριμένες επιδόσεις αφορούν υπό ανάπτυξη παραλλαγές και δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως ήδη διαθέσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες.

Το ενδεχόμενο συνεργασίας

Η παρουσίαση που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα ενδέχεται να αποτελέσει ένα πρώτο ουσιαστικό βήμα προς την εξέταση μιας πιο στενής συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας στον τομέα των μη επανδρωμένων και δικτυοκεντρικών συστημάτων.

Τον Φεβρουάριο του 2026, ο Νίκος Δένδιας βρέθηκε στην Ινδία, όπου υπέγραψε με τον Ινδό υπουργό Άμυνας, Rajnath Singh, συμφωνία για την ενίσχυση της συνεργασίας στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Ο Έλληνας υπουργός είχε τότε χαρακτηρίσει τη συμφωνία ως την πρώτη μιας σειράς αντίστοιχων συμφωνιών που βρίσκονταν υπό διαπραγμάτευση, ενώ κατά την επίσκεψή του είχε την ευκαιρία να γνωρίσει από κοντά το ινδικό οικοσύστημα αμυντικής καινοτομίας και να επισκεφθεί σημαντικές εταιρείες τεχνολογίας.

Παράλληλα, στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Θανάσης Δαβάκης συναντήθηκε με τον πρέσβη της Ινδίας στην Ελλάδα, Ravi Shankar. Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν οι τρόποι περαιτέρω ανάπτυξης της συνεργασίας των δύο χωρών στους τομείς της άμυνας, της ασφάλειας και της αμυντικής βιομηχανίας.

Για την ελληνική πλευρά, η ουσιαστική σημασία μιας ενδεχόμενης συμφωνίας θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τρεις βασικές παραμέτρους: το κόστος του κάθε συστήματος, τον βαθμό τεχνολογικής μεταφοράς που θα προβλέπεται και την έκταση της συμμετοχής της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.

Εδώ αποκτά σημασία και η παρουσία της CYRIC Group, καθώς μια πιθανή μελλοντική συνεργασία θα μπορούσε να εξεταστεί όχι μόνο ως αγορά έτοιμου προϊόντος αλλά και ως πιθανή βάση για τοπική υποστήριξη, ολοκλήρωση ή παραγωγή. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχει ανακοινωθεί σύμβαση ούτε συγκεκριμένο πρόγραμμα συμπαραγωγής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ