Gracias, Leo!
Οι δείκτες του ρολογιού έφερναν το «αντίο» ένα βήμα πιο κοντά κάθε φορά. Οι φίλαθλοι είχαν πάρει από νωρίς τη θέση τους στην κερκίδα και όσοι δεν πρόλαβαν να αγοράσουν ένα μαγικό χαρτάκι, αφού όλα εξαφανίστηκαν σε λιγότερο από 1.5 ώρα (!), άνοιξαν την τηλεόραση τους. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα, χαιρέτησε τα παιδιά που τον περίμεναν καρτερικά, μέτρησε τα βήματα του και πάτησε στο χορτάρι.
Στη μέση του γηπέδου τα βλέμματα μαγνήτιζε μια φανέλα που έμοιαζε μικρή για να χωρέσει όσα έζησε ένας ολόκληρος κόσμος μαζί του. Το «10» στην πλάτη και το όνομα «MESSI» από πάνω της και ένα «GRACIAS». Σαν ένας τελευταίος φόρος τιμής στον άνθρωπο που έκανε το ποδόσφαιρο να μοιάζει με παιχνίδι. «Λέο, Λέο, Μέσι!». Η φωνή των φιλάθλων σκέπασε τα πάντα. Για λίγα δευτερόλεπτα δεν υπήρχε τίποτα άλλο. Μόνο εκείνος, η φανέλα του, το γήπεδο και ένα ολόκληρο στάδιο που προσπαθούσε να χωρέσει σε ένα σύνθημα όσα δεν μπορούσαν να χωρέσουν σε λέξεις.
Ήταν η τελευταία του παράσταση με τη φανέλα της Αργεντινής. Το τελευταίο παιχνίδι. Το τελευταίο «Λέο, Λέο, Μέσι» πριν από το αντίο. Ο Αργεντίνος «έσπασε», λύγισε, δάκρυσε, όπως και ο κάθε πιστός οπαδός της στρογγυλής θεάς που έβλεπε ένα μικρό μάγο να κρεμάει τα παπούτσια του και ευχόταν απλά να αλλάξει γνώμη.
Η Αργεντινή αποχαιρέτησε τον δεύτερο «ήρωα» της, ένα ακόμη δεκάρι που κάθε φορά που ακουμπούσε την μπάλα έμοιαζε να παίζει το πιο όμορφο κονσέρτο. Οι πρώτες νότες γράφτηκαν στην πόλη του Ροσάριο, όπου ένα αγόρι, μικρότερο σωματικά από τους συνομηλίκους του αλλά συγκριτικά πιο προικισμένο από αυτούς, έδινε τη δική του μάχη με την ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης, πολύ πριν χρειαστεί να αντιμετωπίσει τους αμυντικούς μέσα στο γήπεδο. Εκείνο το αγόρι θα γινόταν ο Λιονέλ Αντρές Μέσι.
Ένας ποδοσφαιριστής που μάγεψε, που έκανε την μπάλα να κολλάει στα πόδια του και τους αντιπάλους να μοιάζουν ακίνητοι. Που μετέτρεψε τις ντρίμπλες σε ποίηση, τις ασίστ σε έργα τέχνης και τα γκολ σε στιγμές που έμοιαζαν βγαλμένες από κάποιο ποδοσφαιρικό όνειρο. Ένας μικρός μάγος που μεγάλωσε, έγινε αρχηγός, φόρεσε το περιβραχιόνιο της Αργεντινής και, ύστερα από τόσες απογοητεύσεις, σήκωσε τελικά στον ουρανό τα τρόπαια που κάποτε έμοιαζαν να του ξεφεύγουν. Σε κάθε γωνιά της γης, το όνομά του έγινε σύνθημα. Το «10» έγινε ταυτότητα. Και ο Μέσι έγινε κάτι περισσότερο από ποδοσφαιριστής. Έγινε ανάμνηση πριν ακόμη προλάβει να γίνει παρελθόν. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο παράσημό του. Γιατί χθες, όταν δάκρυσε, δεν αποχαιρετούσε απλώς μια φανέλα. Αποχαιρετούσε ένα κομμάτι της ζωής του. Και μαζί του, εκατομμύρια άνθρωποι αποχαιρετούσαν ένα κομμάτι της δικής τους.
Δύο δεκάρια, δύο εξαιρέσεις
Ο χρόνος κυλάει και φέρνει αλλαγές. Τα γήπεδα έχουν αλλάζει, οι τακτικές εξελίσσονται και το παιχνίδι γίνεται ολοένα και πιο γρήγορο. Ένα πράγμα, όμως, παραμένει σταθερό καθώς κάθε φορά που το νούμερο 10 της Αργεντινής εμφανίζεται στο χορτάρι, οι νόμοι του ποδοσφαίρου μοιάζουν να λυγίζουν, έστω και ελάχιστα. Ο Μαραντόνα και ο Μέσι έγιναν η εξαίρεση που αψηφά κάθε κανόνα. Η μπάλα έφτανε ακριβώς εκεί όπου την είχαν φανταστεί, προτού καν ο αμυντικός αντιληφθεί ότι αυτή η δυνατότητα υπήρχε. Έμοιαζε σαν ο χρόνος να τους χάριζε ένα επιπλέον δευτερόλεπτο που κανείς άλλος δε διέθετε.
Για τον Μέσι, η απλότητα δεν σήμαινε ποτέ λιγότερες κινήσεις αλλά την εξάλειψη του χάους. Υποδεχόταν την μπάλα, σήκωνε το κεφάλι και επέλεγε να κάνει μια ενέργεια που, μόλις την εκτελούσε, έμοιαζε να ήταν η μοναδική λογική επιλογή, παρότι στην πραγματικότητα ήταν η δυσκολότερη από όλες. Ο Μαραντόνα, αντίθετα, δεν αναζητούσε ποτέ την πιο απλή λύση, αλλά αναζητούσε την κίνηση αυτή που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Ήταν ένας ποδοσφαιριστής γεννημένος μέσα από το χάος, τρεφόταν από αυτό και έβγαινε πάντοτε νικητής απέναντι του. Αν ένας αγώνας είχε «κλειδώσει», εκείνος τον ξεκλείδωνε. Αν είχε ήδη πάρει φωτιά, εκείνος τον έκανε να φλέγεται ακόμη περισσότερο. Και όταν η νίκη έμοιαζε αδύνατη, αντιμετώπιζε την πρόκληση σαν ένα προσωπικό του στοίχημα. Η διαφορά ανάμεσα στους δύο άνδρες, λοιπόν, δεν ήταν ποτέ ζήτημα ποιότητας. Ήταν ζήτημα... μουσικής. Ο Μαραντόνα ήταν ένα σόλο πάνω σε ένα μουσικό όργανο που κανείς άλλος δεν γνώριζε να παίζει. Ο Μέσι ήταν μια ολόκληρη ορχήστρα, με μαέστρο το αριστερό του πόδι.
Από τακτικής πλευράς, η επιρροή τους δεν μπορεί να περιοριστεί σε γκολ ή ασίστ καθώς και οι δύο επαναπροσδιόρισαν τον ρόλο του ελεύθερου οργανωτή παιχνιδιού. Πριν από τον Μαραντόνα, το παραδοσιακό «δεκάρι» περίμενε την μπάλα, εκείνος την αναζητούσε, δεχόταν την κατοχή περικυκλωμένος από τέσσερις αντιπάλους, σαν να έμπαινε σε ένα δωμάτιο του οποίου γνώριζε ήδη κάθε έξοδο. Έμοιαζε να μη φοβάται ποτέ τη σωματική επαφή, αντίθετα, τη χρησιμοποιούσε για να αλλάξει κατεύθυνση. Το χαμηλό κέντρο βάρους του, η εξαιρετική προστασία της μπάλας και η αντίληψη έκαναν τους αμυντικούς να μοιάζουν σαν να κυνηγούσαν μια σκιά και όχι έναν άνθρωπο.
Έπειτα, η φανέλα με το νούμερο «10» ήρθε στα χέρια του Μέσι, ο οποίος σε μια εποχή που κυριαρχεί το αδιάκοπο πρέσινγκ και οι εξωπραγματικές ταχύτητες, ακολούθησε τους δικούς του κανόνες. Σε μια περίοδο, όπου οι χώροι εξαφανίζονται μέσα σε κλάσματα του δευτερολέπτου, εκείνος ανακάλυπτε διαδρόμους και πάσες που οι τηλεοπτικές κάμερες συχνά αντιλαμβάνονταν μόνο στις αργές επαναλήψεις. Η ντρίμπλα του δε βασίστηκε ποτέ στην υπερβολική επαφή με την μπάλα, αλλά στην άψογη αίσθηση του χρόνου. Δεν ξεπερνούσε τους αντιπάλους του με την ταχύτητα, αλλά με τη σκέψη επιβεβαιώνοντας τον Πεπ Γκουαρδιόλα ότι βλέπει όσα οι υπόλοιποι απλώς αδυνατούν να δουν.
Αμφότεροι είναι ποδοσφαιρικές ιδιοφυϊες όχι μόνο γιατί μαγνητίζουν τη στρογγυλή θέα αλλά και γιατί αποτελούν πηγή έμπνευσης. Ο Μαραντόνα έκανε τους συμπαίκτες του να πιστεύουν πως το αδύνατο μπορούσε να γίνει αληθινό. Ο Μέσι έγινε ηγέτης με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Δέχθηκε κριτική για πολλά χρόνια επειδή ήταν υπερβολικά ήσυχος, αφού για πολλούς η σιωπή του δεν ταίριαζε στην παραδοσιακή εικόνα ενός ηγέτη. Ο χρόνος, όμως, απέδειξε ότι η ηγεσία δεν μετριέται με την ένταση της φωνής, αλλά με τη συνέπεια. Ποτέ δεν απαιτούσε το αδύνατο από τους συμπαίκτες του αλλά μόνο από τον ίδιο του τον εαυτό. Έτρεχε πρώτος, πίεζε πρώτος, έκανε τη διαφορά πρώτος. Έτσι, η ηρεμία του έγινε γλώσσα και η σιωπή του μετατράπηκε σε έναν λόγο που δεν χρειαζόταν λέξεις. Όταν τα χρόνια πέρασαν, έμαθε να τρέχει με το μυαλό και με μια μαγική κίνηση να εμφανίζει την μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα.
Ο εξτρέμ που εξελίχθηκε σε Goat
Πέρα από τους εντυπωσιακούς αριθμούς του και τα ρεκόρ, αυτό που ξεχώριζε περισσότερο στον Αργεντίνο ήταν η διαρκής εξέλιξή του. Ο Μέσι δεν έμεινε ποτέ ο ίδιος. Πέρασαν 20 χρόνια από τη μέρα που συστήθηκε στο φίλαθλο κοινό με τη φανέλα της Αργεντινής και χάρη στις ικανότητες του και στην απαράμιλλη ποδοσφαιρική του ευφυϊα κατάφερε να διατηρηθεί στην κορυφή και να στρέψει τα βλέμματα πάνω του ακόμη και στην εποχή που το ποδόσφαιρο έγινε πιο γρήγορο, πιο δυνατό, πιο αθλητικό. Κατόρθωσε να βρει απάντηση σε κάθε αμυντικό σχηματισμό και κάθε τύπο αντιπάλου αμυντικού.
Έκανε τα πρώτα του βήματα ως κλασικός εξτρέμ χρησιμοποιώντας την ταχύτητα και τις ντρίμπλες για να ξεπεράσει τους αμυντικούς και να δημιουργήσει ευκαιρίες για τον εαυτό του και τους συμπαίκτες του. Το επόμενο στάδιο έφερε τον Πεπ Γκουαρδιόλα στη ζωή του, ο οποίος του έδωσε τον ρόλο του ψευτοεννιαριού, μια θέση που ήταν καθοριστική για την καριέρα του στην Μπαρτσελόνα. Αργότερα, θα επέστρεφε ξανά στα άκρα της επίθεσης και θα κυριαρχούσε ξανά στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο ως μέλος της θρυλικής τριάδας «ΜSN» μαζί με Λουίς Σουάρες και Νεϊμάρ υπό τις οδηγίες του Λουίς Ενρίκε. Τα τελευταία χρόνια της καριέρας του αγωνίζεται ως δεύτερος επιθετικός και ως οργανωτής παιχνιδιού στο 10 τόσο στην Αργεντινή όσο και στην Ίντερ Μαϊάμι. Μια θέση που του επιτρέπει να πλαισιώνεται από ταχύτερους ποδοσφαιριστές στις πτέρυγες και στην επίθεση και να έχει τη δυνατότητα να κινείται στον αγωνιστικό χώρο με το δικό του ρυθμό αναζητώντας τα σημεία από τα οποία θα μπορούσε να πάρει την μπάλα και να επηρεάσει την εξέλιξη του παιχνιδιού.
Το περπάτημα που αποτελεί τέχνη
Το ποδόσφαιρο εξελίχθηκε στο πέρασμα των ετών, έγινε πιο δυνατό, πιο γρήγορο και πιο αθλητικό. Ο Λιονέλ Μέσι κατηγορήθηκε ότι... περπατούσε και η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν από τους παίκτες που θα έτρεχε και θα μάρκαρε κάθε αντίπαλο σε άμυνα και επίθεση. Εξάλλου, ποτέ δεν ήταν αυτό το ζητούμενο. Ο ρόλος του ήταν πάντα διαφορετικός καθώς ήταν τέλειος στον τρόπο που μυριζόταν τους χώρους. Όπως έχει παραδεχθεί και ο Πεπ Γκουαρδιόλα, ο Αργεντινός δεν τρέχει, απλά παρακολουθεί συνεχώς τι συμβαίνει, πού και πώς κινούνται οι υπόλοιποι και εντοπίζει τα αδύναμα σημεία της αμυντικής τετράδας. Μετά από πέντε με 10 λεπτά στον αγωνιστικό χώρο έχει ήδη σχηματίσει στο μυαλό του ένα χάρτη για το πού ακριβώς βρίσκεται ο χώρος που μπορεί να χρησιμοποιήσει και ποια είναι η συνολική εικόνα του αγώνα. Μοιάζει να προσποιείται ότι δεν ενδιαφέρεται για το παιχνίδι και ξαφνικά ζωντανεύει και στέλνει την μπάλα στα αντίπαλα δίχτυα. Όντως περπατούσε, κάτι που επιβεβαιώθηκε και από στα στατιστικά του προηγούμενου Παγκοσμίου Κυπέλλου που έδωσε το bbc sport αλλά και από τον ίδιο που δεν έκρυψε ότι έχει αλλάξει τον τρόπο παιχνιδιού του σε συνέντευξη του στο 433. «Άλλαξα το στυλ παιχνιδιού μου λόγω της στιγμής, της κατάστασης και της ηλικίας μου. Προσαρμόζομαι λίγο σε όλα. Άρχισα να επανεφεύρω τον εαυτό μου και να προσαρμόζομαι στο πρωτάθλημα, το οποίο για μένα ήταν κάτι καινούργιο. Ένιωσα πολύ άνετα από την αρχή».
Το περπάτημα του, όμως, ήταν ένας τρόπος να εξοικονομήσει ενέργεια ενώ την ίδια στιγμή αξιοποιούσε το χρόνο και την εμπειρία του για να χαρτογραφήσει νοητικά όσα συνέβαιναν στον αγωνιστικό χώρο. Χρησιμοποιούσε τα δυνατά του στοιχεία, διατηρούσε τις δυνάμεις του και εκμεταλλευόταν κάθε ευκαιρία αποτελεσματικά. Σάρωνε συνεχώς με το βλέμμα του το περιβάλλον γύρω του, έτσι ώστε όταν γινόταν κάτοχος της μπάλας γνώριζε ήδη πού βρισκόταν όλοι παίκτες. Δεν έκανε σπριντ, ούτε έτρεχε για να μπορέσει να εκμεταλλευτεί τον κενό χώρο που δημιουργούνταν καθώς το είχε καταλάβει νωρίτερα και είχε περπατήσει προς εκείνο το σημείο. Δεν σπαταλούσε ενέργεια για να ξεμαρκαριστεί, απλά κινούνταν ανάμεσα στις γραμμές και περίμενε. Μετακινούνταν διαρκώς λίγα μέτρα δεξιά ή αριστερά και διατηρούσε ανοιχτή τη γραμμή πάσας προς εκείνον. Ο Λιονέλ Μέσι άλλαξε, προσαρμόστηκε με τον δικό του τρόπο στα νέα δεδομένα του ποδοσφαίρου και κυριάρχησε.
Οι αριθμοί του με την Αργεντινή
Η συμβολή του στην εξέλιξη του ποδοσφαίρου στην Αργεντινή και στην επιστροφή της χώρας του στην κορυφή ήταν ιδιαίτερα σημαντική. Από τις πρώτες του εμφανίσεις με τις μικρές εθνικές μέχρι την κορυφή του κόσμου το 2022 ο Αργεντινός κατέκτησε συνολικά έξι τίτλους.
Η κορυφαία στιγμή της πορείας του ήρθε στο Μουντιάλ του Κατάρ το 2022, όταν οδήγησε την Αργεντινή στην κορυφή του κόσμου κατακτώντας το Παγκόσμιο Κύπελλο σε έναν δραματικό τελικό που κρίθηκε στα πέναλτι απέναντι στη Γαλλία. Είχε προηγηθεί η μεγάλη λύτρωση το 2021 όταν σήκωσε το Κόπα Αμέρικα στο ιστορικό στάδιο Μαρακανά απέναντι στη Βραζιλία, το πρώτο μεγάλο τρόπαιο της Αργεντινής μετά από 28 χρόνια. Το 2024 ο Μέσι και η παρέα του επανέλαβαν το θρίαμβο και εκείνος πρόσθεσε το δεύτερο Κόπα Αμέρικα στη συλλογή του. Έχει κατακτήσει, επίσης, το Finalissima το 2022 έναν τίτλο που έφερε αντιμέτωπες την Αργεντινή και την Ιταλία. Το 2005 κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο Κ20 ενώ το 2008 στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, ήταν καθοριστικός στην πορεία προς στο χρυσό μετάλλιο.
Συνολικά στα 17.210 λεπτά (208 συμμετοχές) που αγωνίστηκε με το εθνόσημο στα αριστερά, ο Λιονέλ Μέσι κατάφερε να βρει δίχτυα 126 φορές, να δημιουργήσει άλλα 69 γκολ, δέχθηκε εννέα κίτρινες ενώ δυο φορές αποβλήθηκε.
Η επιρροή εκτός γηπέδων
Αποτελεί πρότυπο για τους νέους. Μπορεί να είναι ένας ποδοσφαιριστής παγκόσμιας φήμης και ο λογαριασμός του να είναι «φουσκωμένος», εκείνος, όμως, παραμένει ταπεινός και οικογενειάρχης. Στηρίζει την παιδεία και την υγεία μέσω του Leo Messi Foundation και συμμετέχει σε καμπάνιες με κοινωνικό χαρακτήρα. Σε μια χώρα όπου ο ποδοσφαιρικός ήρωας γίνεται πολιτιστικό και κοινωνικό φαινόμενο, ο Μέσι δεν είναι απλώς παίκτης. Είναι ένα σύμβολο. Ένα κομμάτι της εθνικής ψυχής της Αργεντινής. Είναι το πρόσωπο που δείχνει ότι η σκληρή δουλειά, η συνέπεια και το πάθος μπορούν να φέρουν παγκόσμια αναγνώριση, ακόμα κι αν προέρχεσαι από ταπεινές ρίζες. Ο Μέσι δε χρειάστηκε ποτέ να φωνάξει για να γίνει ηγέτης. Δεν άλλαξε χαρακτήρα για να μπορέσει να ταιριάξει στο στερεότυπο του αρχηγού. Με τη σιωπηλή αποφασιστικότητα, την ταπεινότητα και το ταλέντο του κέρδισε τον απόλυτο σεβασμό. Και πως θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά άλλωστε; Μιλούσε στην μπάλα και εκείνη κολλούσε πάνω του λες και έμοιαζε να έχει μαγνήτη.
H τελευταία του παράσταση ήταν μαγική! Τα δάκρυα τόσο στο πρόσωπο το δικό του όσο και των φιλάθλων που παρακολουθούσαν την τελευταία του παράσταση ήταν μια απόδειξη ότι η ιστορία αυτή έκρυβε μέσα της κάτι πολύ μεγαλύτερο από το ποδόσφαιρο. Έκρυβε όνειρα, απογοητεύσεις, λύτρωση, στιγμές που έμοιαζαν αδύνατες και μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε βλέποντας έναν μικρόσωμο Αργεντίνο να κάνει πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε. Αυτή τη φορά δεν θα υπάρξει επόμενο παιχνίδι, δεν θα υπάρξει επόμενη ευκαιρία. Μόνο το «GRACIAS» για τον παιδικό μας ήρωα που αποφάσισε να ρίξει αυλαία και μας έκανε να νιώθουμε τυχεροί που ζήσαμε στην εποχή του... Adios, Leo y gracias por todo!