Γουίλιαν Πάτσο: Ένας αξιωματούχος ναυτικός που χόρευε bachata ταΐζοντας γουρούνια
Ανάμεσα στις λασπωμένες άλανες, τη φάρμα με τα γουρούνια και το σαλόνι που η μητέρα του χόρευε bachata, ο Γουίλιαν Πάτσο έθρεφε εν αγνοία του ένα «θησαυρό» που θα του άλλαζε ρότα.
Το όνειρο του αξιωματούχου ναυτικού και η λευκή καθαρή στολή που το συνόδευε, έδωσε τη θέση του στα λασπωμένα ρούχα και στα ποδοσφαιρικά παπούτσια που του έδιναν χαρά μετά το σχολείο και αργότερα έγιναν το εισιτήριο εισόδου στα ευρωπαϊκά γήπεδα.
Η bachata και το όνειρο του αξιωματούχου
Άρχισε να κλωτσά τη μπάλα στα στενά της γειτονιάς του αλλά ποτέ δεν περνούσε από το μυαλό του ότι θα μπορούσε να βγάλει χρήματα από αυτό. Απλώς έπαιζε και δεν τολμούσε να ονειρευτεί ότι κάποιος θα τον πλήρωνε να παίζει ποδόσφαιρο.
Εξάλλου, το να γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής δεν ήταν ποτέ το μεγάλο του όνειρο. Δεν περνούσε ούτε σα σκέψη από το μυαλό του, έπαιζε απλά γιατί το απολάμβανε. Κάτι που πίστευε και η μητέρα του, η οποία όπως αποκάλυψει ο Πάτσο σε παλαιότερα συνέντευξη του όταν κάποιος της πρότεινε να γράψει το παιδί της σε μια ακαδημία, εκείνη του απάντησε ότι απλά έκανε το χόμπι του, δεν θα μπορούσε να θρέψει την οικογένεια του με το ποδόσφαιρο.
Για τη μητέρα του, η μπάλα ήταν απλά μια συνήθεια που ο γιος της επέλεγε να κάνει μετά το σχολείο. Παρόλα αυτά, πάντα τον υποστήριζε και εν αγνοία της του έμαθε πως να κινεί τα πόδια του σωστά. Ο μικρός Πάτσο παρακολουθούσε τη μητέρα του όταν χόρευε bachata στο σαλόνι και οι κινήσεις των ποδιών της του έκαναν τρομερή εντύπωση. Πάντα άκουγε Aventura και εκείνος προσπαθούσε να τη συνοδεύσει. Μπερδευόταν, έχανε τα βήματα, έπεφτε κάτω αλλά σηκωνόταν και προσπαθούσε ξανά.
Πέρασε αρκετούς μήνες κοιτάζοντας τα πόδια της και προσπαθώντας να μάθει τα σωστά βήματα. Χρειάστηκε πάνω από ένα χρόνο για να μπορέσει να χορέψει σωστά αλλά όταν το έκανε το «μπράβο» και το χαμόγελο της μητέρας του δημιούργησαν την πιο γλυκιά ανάμνηση. Κάπως έτσι έμαθε να χρησιμοποιεί και να δίνει ρυθμό στα πόδια του.
Ο Πάτσο ονειρευόταν να γίνει αξιωματικός του ναυτικού. Η επιθυμία του αυτή γεννήθηκε όταν συνάντησε τον σύζυγο της νονάς του, ο οποίος παρουσιάστηκε μπροστά του με μια ωραία και καθαρή άσπρη στολή. Αβίαστα τον ρώτησε «Σε πληρώνουν για να πλέεις; Και σου δίνουν αυτή την ωραία στολή; Σε παρακαλώ πάρε με μαζί σου!!». Ήθελε πάντα να φορά στολή και να γίνει κάποιος. Ήθελε να ξεφύγει από τη φτώχεια και να μπορεί να έχει τα απαραίτητα για τον ίδιο αλλά και την οικογένεια του.
Το μάθημα με τα γουρούνια
Έβλεπε τη μαμά του να μοχθεί καθημερινά επί ώρες για να μπορέσει να φέρει ένα πιάτο φαγητό στο τραπέζι και ήθελε να τη βοηθήσει. Ο μπαμπάς του είχε φύγει όταν γεννήθηκε και η μαμά του έκανε το καλύτερο δυνατό για να ζουν με αξιοπρέπεια και να μη λείπει κάτι από το τραπέζι τους. Η μητέρα του διατηρούσε ένα πάγκο με τρόφιμα δίπλα από το σχολείο της αδερφής του Πάτσο τις πρωινές ώρες ενώ τα απογεύματα για να αυξήσει το εισόδημα της οικογένειας έπλενε τα ρούχα για μερικούς ανθρώπους στη γειτονιά στο χέρι. Παράλληλα, επειδή το σπίτι τους ήταν στην άκρη του βουνού στο Κινιντέ, είχαν μια μικρή φάρμα στην αυλή, όπου ανάλογα την εποχή και το εισόδημα είχαν κοτόπουλα και γουρούνια. Το τοπικό συμβούλιο είχε κάποια προβλήματα με αυτό αλλά η μαμά του ήταν μια γοητευτική γυναίκα, την αγαπούσαν όλοι και κάθε Χριστούγεννα, τους περίμενε ένα ωραίο κομμάτι χοιρινό, οπότε έκαναν τα στραβά μάτια.
Ο μικρός Γουίλιαν αναλάμβανε μια δύσκολη δουλειά. Φρόντιζε να ταϊζει τα γουρούνια, μια εξαιρετική βρώμικη δουλειά που τον δυσκόλευε λόγω μυρωδιάς αλλά και λόγω των σχολίων που έκαναν οι συμμαθητές του. Τριγυρνούσε στη γειτονιά, χτυπούσε τις πόρτες όλων των σπιτιών και εκείνοι έβγαιναν με τους κάδους απορριμμάτων τους. Άκουγε τα άλλα παιδιά να τον κοροϊδεύουν, ένιωθε ντροπή αλλά ήξερε ότι με αυτόν τον τρόπο βοηθά τη μητέρα του. Εκείνη έβλεπε το πρόσωπο του θλιμμένο και κάθε φορά του υπενθύμιζε ότι αυτή η δουλειά είναι χρήσιμη καθώς τα γουρούνια τρώνε και μετά από μικρό διάστημα θα μπορούσαν να τα σφάξουν και να έχουν φαγητό. Κάθε Δεκέμβριο, όταν τα γουρούνια ήταν καλά και χοντρά, τα έσφαζαν και τα έψηναν.
Όλοι στη γειτονιά έπαιρναν από ένα κομμάτι, ακόμη και εκείνοι που δεν βοηθούσαν στην εύρεση της τροφής τους. Η μητέρα του, όπως έχει παραδεχθεί ο ίδιος, είχε την πιο μεγάλη καρδιά στον κόσμο και ήθελε να βοηθά τον κάθε άνθρωπο. Όμως, το βαθύτερο μάθημα που του δίδασκε με αυτόν τον τρόπο είναι το πώς μπορούσε να μετατρέψει τα αποφάγια σε γιορτή.
Η συγκατοίκηση με τον Καϊσέδο
Παράλληλα, με την εκτροφή των γουρουνιών ο μικρός Γουίλιαν συνέχιζε να παίζει ποδόσφαιρο. Στα 15 του οι άνθρωποι της ακαδημίας της Ιντεπεντιέντε ντε Βάγιε χτύπησαν την πόρτα και πρότειναν στη μητέρα του ένα ιδιαίτερα ελκυστικό πλάνο. Εκείνη δε μπορούσε να φανταστεί ότι υπάρχουν άνθρωποι που θα πλήρωναν τον γιο της για να παίζει απλά ποδόσφαιρο. Βλέποντας τα μάτια του γιου της να λάμπουν και την αγάπη του σε κάθε άγγιγμα της μπάλας αποφάσισε να αποδεχθεί την πρόταση του συλλόγου και τον άφησε να κυνηγήσει το «χόμπι» του. Ο Πάντσο μετακόμισε λίγες ώρες μακριά από το σπίτι του, είχε κρεβάτι, φαγητό και η μόνη του υποχρέωση ήταν να παίζει ποδόσφαιρο και να εξελίσσεται συνεχώς.
Η απομάκρυνση από το σπίτι και την αγκαλιά της μαμάς του ήταν, ίσως, μια από τις πιο δύσκολες στιγμές της καριέρας του. Ένιωθε τόσο μόνος. Λίγο καιρό αργότερα, όμως, τα δεδομένα άλλαξαν καθώς η πόρτα του δωματίου του άνοιξε και ο Μοϊσές Καϊσέδο μπήκε στη ζωή του. Οι δυο έγιναν καλοί φίλοι, εξελισσόταν μαζί, μοιραζόταν τα μυστικά τους και μεγαλώνοντας αποφάσισαν να αποκτήσουν το δικό τους διαμέρισμα και να μοιράζονται τις δουλειές και τα έξοδα. Παράλληλα, ακούγοντας τις συμβουλές των προπονητών του εξελισσόταν και ξεδίπλωνε το ταλέντο του στο χορτάρι.
Το τηλεφώνημα που τον ...πάγωσε
Ξαφνικά ένα τηλεφώνημα ήρθε να ταράξει την καθημερινότητα του. Μια από τις αδερφές του τον είχε καλέσει για να τον ενημερώσει ότι η μαμά τους ήταν άρρωστη και θα έπρεπε να μπει στο νοσοκομείο για να αφαιρέσει «αυτό το πράγματα». Αυτή τη φράση χρησιμοποίησε η αδερφή του για να τον ενημερώσει για τον όγκο που είχε εντοπισθεί κάτω από τη μασχάλη της μητέρας τους και οι γιατροί νόμιζαν ότι ήταν καλοήθης.
Μετά άρχισε να την ενοχλεί και κρίθηκε απαραίτητο να αφαιρεθεί. Ακούγοντας τη λέξη «όγκος» και «καρκίνος» τα πάντα σκοτείνιασαν. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η μαμά του, ο άνθρωπος που αποτελούσε το μεγαλύτερο του έρεισμα θα μπορούσε να κινδυνέψει να χάσει τη ζωή της. Η μαμά του βλέποντας την ανησυχία στα μάτια του, προσπάθησε να τον καθησυχάσει λέγοντας του ότι οι γιατροί θα φρόντιζαν για τα πάντα. Μάλιστα, τον είχε παρακαλέσει να συνεχίσει την ενασχόληση του με το ποδόσφαιρο και να μην επιστρέψει. Μιλούσαν καθημερινά στο τηλέφωνο αλλά εκείνη φρόντιζε πάντα να τον καθησυχάζει.
Κάποια στιγμή σε μια διακοπή των αγωνιστικών του υποχρεώσεων, πήρε το λεωφορείο και επέστρεψε στο σπίτι. Όταν πέρασε την πόρτα, η γυναίκα που αντίκρισε δεν έμοιαζε με τη μητέρα του. Εκείνη ήταν μια μεγαλόσωμη γυναίκα, που γέμιζε το δωμάτιο με την προσωπικότητα της, χόρευε, τραγουδούσε, φώναζε, καθάριζε το σπίτι, μαγείρευε και γελούσε. Η γυναίκα που έβλεπε μπροστά του ήταν εντελώς αδύναμη και αδύνατη.
Του ζήτσε να τη βοηθήσε με τα φάρμακα της και έβγαλε το πουκάμισο της. Ο Γουίλιαν αντίκρισε για πρώτη φορά την τομή από το χειρουργείο που είχε κάνει. Το αριστερό της στήθος είχε αφαιρεθεί, το δέρμα της ήταν γεμάτο ουλές και ο Πάντσο με δυσκολία κράτησε τα δάκρυα του. Τη ρώτησε αν πονάει και εκείνη απλά αποκρίθηκε αρνητικά. Κοιμήθηκε στο πλάι της και αποχώρησε για την ακαδημία.
Ντεμπούτο χωρίς καρδιά
Λίγους μήνες αργότερα, ο προπονητής του τού εκμυστηρεύτηκε ότι θα έκανε το ντεμπούτο του με την πρώτη ομάδα. Τηλεφώνησε στη μητέρα του για να την ενημερώσει αλλά κανείς δεν απάντησε. Περίμενε αρκετές ώρες αλλά κανείς δεν τον κάλεσε πίσω. Έτσι, της έστειλε ένα μήνυμα λέγοντας της να μην κοιμηθεί για να παρακολουθήσει το πρώτο του παιχνίδι. Κανείς, όμως, δεν απάντησε και πάλι. Ήταν τόσο νευρικός, δεν μπορούσε να κοιμηθεί.
Σκεφτόταν τους δυο επιθετικούς που έπρεπε να αντιμετωπίσει και ποτέ δεν σκέφτηκε ότι κάτι πήγαινε στραβά με τη μητέρα του. Μετά από κάποια ώρα, κοιμήθηκε αλλά όταν άνοιξε τα μάτια του και πήρε το τηλέφωνο στα χέρια του η καρδιά του έμοιαζε να σταματάει. Είχε εκατοντάδες τηλεφωνήματα και μηνύματα που του ευχόταν να είναι δυνατός. Κάλεσε την αδερφή του πανικόβλητος. Ρώτησε με αγωνία τι είχε συμβεί, πού ήταν η μαμά, τι είχε πάθει. Εκείνη με διαβεβαίωσε ότι δεν είχε συμβεί τίποτα, ότι οι άνθρωποι του χωριού απλά είχαν καταλάβει λάθος και ότι η μητέρα τους ήταν λίγο κουρασμένη και ξεκουραζόταν. Ήταν τόσο πειστική που τον έκανε να την πιστέψει απόλυτα.
Πήγε στον αγώνα και σκεφτόταν ότι η μαμά του τον παρακολουθεί από την τηλεόραση. Έκανε μια εξαιρετική εμφάνιση, πάλευε για κάθε μπάλα, ήταν δυνατός στις μονομαχίες. Όταν το παιχνίδι τελείωσε, ο προπονητής του τον κάλεσε σε ένα μικρό δωμάτιο δίπλα από τα αποδυτήρια. Εκεί βρισκόταν η ψυχολόγος της ομάδας μαζί με τον πατέρα του, ο οποίος είχε χαθεί μετά τη γέννα του και τον κουνιάδο του. Του ανακοίνωσαν ότι η μητέρα του είχε πεθάνει το πρωί αλλά αποφάσισαν να του το κρύψουν για να μπορέσει να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.
Ο Πάντσο στο άκουσμα του θανάτου της μαμάς του, λύγισε, έκλαψε και ένιωθε πιο μόνος από ποτέ. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο άνθρωπος που αγαπούσε περισσότερο είχε, πλέον, χαθεί. Δε θα μπορούσε να την ξαναδει, να την ακούσει, να την αγκαλιάσει.
Το cancel της Γκλάντμπαχ, οι δυο ώμοι και το ποιος είναι το 51
Τα επόμενα δύο χρόνια έγινε ένας από τους καλύτερους παίκτες της Ιντεπεντιέντε οδηγώντας το 2021 τους ανθρώπους της Γκλάντμπαχ να «κυνηγήσουν» τη μεταγραφή του. Δεν ήξερε που βρίσκεται η Γερμανία αλλά ήθελε να κάνει το επόμενο βήμα. Η οριστικοποίηση της συμφωνίας θα καθυστερούσε λίγο αλλά εκείνος αποφάσισε να το γιορτάσει με την αγορά ενός αυτοκινήτου. Πήγε σε μια αντιπροσωπεία και αγόρασε ένα KIA Sport ενώ, παράλληλα, έκανε την αγορά που πάντα ονειρευόταν να προσφέρει στη μητέρα του. Ήξερε ότι εκείνη δε βρισκόταν στο πλάι του αλλά τα αδέρφια του θα μπορούσαν να απολαύσουν ένα νέο σπίτι με μεγάλο μπαλκόνι και με ανέσεις που δεν φανταζόταν τα προηγούμενα χρόνια.
Ωστόσο, ένα τηλεφώνημα ήρθε να ανατρέψει τα δεδομένα. Ο ατζέντης του τού τηλεφώνησε και τον ενημέρωσε ότι η συμφωνία είχε ακυρωθεί. Εκείνος, όμως, χρωστούσε το 50% του σπιτιού. Όταν επέστρεψε στην προπόνηση, μερικοί από τους συμπαίκτες του γελούσαν μαζί του και φώναζαν «Ααα, έρχεται ο σταρ της Bundesliga». Ο προπονητής του, όμως, του εξήγησε ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί καθώς η θέση του ήταν ακόμη ανοιχτή. Η μοίρα συνέχισε τις κακές ζαριές και στο δεύτερο παιχνίδι του, εξάρθρωσε τους δυο ώμους του. Ο γιατρός του είπε ότι θα έπρεπε να κάνει μία επέμβαση τη φορά και ότι θα περνούσε ένας χρόνος μέχρι να επιστρέψει στην ενεργό δράση.
Απογοητεύτηκε, δεν ήξερε τι να κάνει αλλά στη χειρότερη στιγμή του η Αντβέρπ έγινε το σωσίβιο του. Μετακόμισε στο Βέλγιο κουβαλώντας τους επιδέσμους του αλλά δε μιλούσε αγγλικά και γαλλικά. Προπονούνταν μόνος του, χωρίς να έχει κάποιον να μιλήσει. Ο Πάτσο πάλεψε με την απομόνωση και την κατάθλιψη, έχοντας στο μυαλό του τη μητέρα του, για την οποία αρνήθηκε να τα παρατήσει. Μετά από μεγάλο διάστημα, επέστρεψε στους αγωνιστικούς χώρους και φρόντισε να επιβεβαιώσει με τις εμφανίσεις του τους ανθρώπους της ομάδας που τον είχαν εμπιστευτεί. Έγινε ένας από τους καλύτερους παίκτες της ομάδας και κέρδισε το πρωτάθλημα Βελγίου.
Η συνέχεια τον έφερε στη Φρανκφούρτη και, λίγο αργότερα, στην Παρί Σεν Ζερμέν, όπου ο Λουίς Κάμπος τον κάλεσε σε ένα μυστικό δείπνο στη Μαδρίτη και ο Λουίς Ενρίκε τού μίλησε για πρώτη φορά μέσω FaceTime. Ο Ισπανός προπονητής τού ζήτησε να κινηθεί με τον δικό του ρυθμό, χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να αποδείξει κάτι και αυτή η εμπιστοσύνη αποδείχθηκε καθοριστική. Ο Πάτσο εξελίχθηκε γρήγορα, κατέκτησε δύο Champions League σε δύο σεζόν και από το «51; Ποιος είναι ο 51;» έφτασε να ακούει το «ΠΑΤΣΟ! ΠΑΤΣΟ! ΠΑΤΣΟ!» από τους οπαδούς της Παρί.