Γιατί το «μπέρδεμα» με τα εισιτήρια του Μετρό κοστίζει ακριβά στους Θεσσαλονικείς
Στα χαρτιά και τις επίσημες δεσμεύσεις παρέμειναν οι εξαγγελίες για την προγραμματισμένη παράδοση της επέκτασης της γραμμής του Μετρό προς την Καλαμαριά, αλλά και η ταυτόχρονη εφαρμογή του ενιαίου εισιτηρίου για τις δημόσιες συγκοινωνίες της Θεσσαλονίκης, οδηγήθηκαν σε νέα αναβολή.
Παρά τις κατά καιρούς αισιόδοξες δηλώσεις της ηγεσίας του Υπουργείου Υποδομών που άφηναν να εννοηθεί πως τα εγκαίνια θα πραγματοποιούνταν εντός του καλοκαιριού, οι επιβάτες της συμπρωτεύουσας καλούνται να επιδείξουν εκ νέου υπομονή, λόγω των μη παραδομένων απαραίτητων πιστοποιητικών από τον διεθνή οργανισμό αξιολόγησης TÜV, που χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης στον τομέα των ελέγχων σιδηροδρομικών υποδομών, διενεργεί εξονυχιστικούς ελέγχους στο έργο.
Πριν την τελική έγκριση, απαιτούνται χιλιάδες χιλιόμετρα δοκιμαστικών διαδρομών και ενδελεχής έλεγχος των κρίσιμων συστημάτων (όπως η πυρασφάλεια, τα φρένα, οι αυτόματες θύρες και η σηματοδότηση), ώστε να διασφαλιστεί η αρχή της «αποτυχίας με ασφάλεια», με τυχόν τεχνικές δυσλειτουργίες που παρουσιάστηκαν κατά την αρχική λειτουργία του δικτύου να αποδίδονται σε φυσιολογικά προβλήματα των αισθητήρων και του λογισμικού, που η εταιρεία λειτουργίας καλείται να διορθώσει.
Μάλιστα, σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, οι κατασκευαστικές παρεμβάσεις στους τέσσερις από τους πέντε συνολικά σταθμούς έχουν ολοκληρωθεί, ενώ στην ολοκλήρωσή τους βρίσκονται και οι εργασίες στον σταθμό της Μίκρας. Εφόσον οι πιστοποιήσεις εκδοθούν ομαλά, η παράδοση του έργου μετατίθεται πλέον για το πρώτο δεκαήμερο του Αυγούστου, με εναλλακτικό σενάριο το τελευταίο δεκαήμερο του ίδιου μήνα, ενόψει της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης.
Το τεχνολογικό «ασυμβίβαστο» και το επιπλέον κόστος
Την ίδια στιγμή, το όραμα για ένα ενιαίο κόμιστρο στα μέσα μαζικής μεταφοράς της πόλης απομακρύνεται περαιτέρω, με τις εκτιμήσεις να μεταθέτουν την εφαρμογή του προς τα τέλη του 2026, καθώς έχει διαπιστωθεί μη διαλειτουργικότητα των συστημάτων ακύρωσης μεταξύ των αστικών λεωφορείων και του Μετρό.
Αν και αμφότερα τα συστήματα βασίζονται στην τεχνολογία των ανέπαφων συναλλαγών (NFC και κωδικοί QR), αναπτύχθηκαν από διαφορετικές κοινοπραξίες αναδόχων χωρίς την ύπαρξη ενός ενιαίου τεχνικού οδηγού από τον Οργανισμό Συγκοινωνιακού Έργου Θεσσαλονίκης (ΟΣΕΘ). Το αποτέλεσμα ήταν τα μηχανήματα του ενός μέσου να μην μπορούν να «διαβάσουν» τις κάρτες του άλλου, ενώ 200.000 έξυπνες κάρτες και 2.000.000 εισιτήρια που προμηθεύτηκε αρχικά ο Οργανισμός κρίθηκαν ακατάλληλα.
Για σχεδόν δύο χρόνια, οι φορείς και κατ' επέκταση οι πολίτες επιβαρύνονται με το διπλό κόστος συντήρησης δύο ανεξάρτητων συστημάτων. Η επίλυση του προβλήματος απαίτησε την υπογραφή συμφωνίας εμπιστευτικότητας (NDA) μεταξύ των εταιρειών, προκειμένου να μοιραστούν τα απαραίτητα «κλειδιά κρυπτογράφησης» και να αναπτυχθεί ένα ενδιάμεσο λογισμικό που θα επιτρέψει στα συστήματα να επικοινωνήσουν.
Η επόμενη μέρα και οι επιπτώσεις στην τσέπη των πολιτών
Παρά το γεγονός ότι αποφεύχθηκε η δαπανηρή αντικατάσταση των φυσικών μηχανημάτων, η λύση της απομακρυσμένης αναβάθμισης του λογισμικού απαιτεί συμπληρωματικές συμβάσεις και χρηματοδότηση από το Υπουργείο Υποδομών. Αυτό σημαίνει πως επιπλέον κονδύλια εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ θα διατεθούν για να διορθωθεί η παράλειψη του αρχικού σχεδιασμού.
Παράλληλα με την τεχνική ενοποίηση μέσω του κεντρικού διακομιστή του ΟΣΕΘ, ο οποίος θα διαχειρίζεται την εγκυρότητα των εισιτηρίων και την κατανομή των εσόδων, αναμένεται και αναπροσαρμογή της τιμολογιακής πολιτικής. Με την εφαρμογή του ενιαίου συστήματος, η τιμή του εισιτηρίου για συνδυαστικές μετακινήσεις εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί μεταξύ 1,10 και 1,30 ευρώ, αφήνοντας πίσω την τρέχουσα χαμηλότερη χρέωση.