Για ποιους «κλειδώνει» η σύνταξη στα 62 και πόσο κοστίζει η εξαγορά
Η ταχύτερη έξοδος στη σύνταξη βρίσκει ένα… βασικό και σημαντικό εργαλείο. Παράλληλα, εξυπηρετείται και η ενίσχυση του τελικού ποσού της σύνταξης, ενώ εξελίσσεται η εξαγορά πλασματικών ετών καθώς σχεδόν ένας στους δύο ασφαλισμένους εξετάζει πλέον αυτή τη δυνατότητα. Η αναγνώριση πρόσθετου ασφαλιστικού χρόνου μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν οδηγεί είτε στη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος είτε στη συμπλήρωση της απαιτούμενης 40ετίας για συνταξιοδότηση στα 62.
Αναλυτικότερα, με βάση στοιχεία που προέρχονται από τον ΕΦΚΑ, οι ασφαλισμένοι εξαγοράζουν κατά μέσο όρο τρία έως τέσσερα πλασματικά έτη. Παράλληλα, το μηνιαίο κόστος κινείται περίπου στα 220 ευρώ, κάτι όμως που ποικίλλει με βάση τις αποδοχές τους. Η δυνατότητα αποχώρησης στα 62 αφορά κυρίως όσους διαθέτουν ήδη 33-34 πραγματικά έτη ασφάλισης και μπορούν, με την προσθήκη πλασματικού χρόνου, να φτάσουν συνολικά στα 40 χρόνια.
Σε ορισμένες περιπτώσεις η αξιοποίηση πλασματικών ετών μπορεί να μειώσει ακόμη και κατά επτά χρόνια το ηλικιακό όριο συνταξιοδότησης. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η επιλογή για τους παλαιούς ασφαλισμένους, δηλαδή όσους είχαν ασφαλιστεί πριν από το 1993, καθώς η αναγνώριση πρόσθετου χρόνου μπορεί να επηρεάσει άμεσα το πότε αποκτούν δικαίωμα συνταξιοδότησης.
Η επιλογή, ωστόσο, έχει σημαντικό οικονομικό βάρος. Πιο συγκεκριμένα, το ποσό με το οποίο γίνεται η εξαγορά, υπολογίζεται στο 20% των μεικτών αποδοχών του μήνα πριν από την υποβολή της αίτησης.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ ανέβασε και την ελάχιστη επιβάρυνση για την αναγνώριση πλασματικού χρόνου. Το σχετικό κόστος διαμορφώνεται πλέον στα 184 ευρώ τον μήνα ή στα 2.208 ευρώ για κάθε έτος που αναγνωρίζεται.
Γι’ αυτό οι ειδικοί στην κοινωνική ασφάλιση συνιστούν προσεκτικό σχεδιασμό πριν από κάθε αίτηση. Η εξαγορά δεν είναι απαραιτήτως συμφέρουσα και αυτό που προτείνεται είναι να πραγματοποιείται όταν υπάρχει σαφής εικόνα ότι οδηγεί πράγματι σε συνταξιοδοτικό όφελος. Συχνά προτείνεται η σχετική απόφαση να λαμβάνεται όταν ο ασφαλισμένος βρίσκεται σχετικά κοντά στη συνταξιοδότηση, ώστε να γνωρίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τον χρόνο που του λείπει.
Νέα δεδομένα δημιουργούνται από τις τελευταίες διευκρινίσεις του ΕΦΚΑ σχετικά με την προϋπόθεση των 3.600 ημερών πραγματικής ή προαιρετικής ασφάλισης. Όπως αποσαφηνίζεται, η συγκεκριμένη προϋπόθεση δεν εφαρμόζεται οριζόντια σε όλους τους ασφαλισμένους που επιθυμούν να αναγνωρίσουν πλασματικό χρόνο.
Η εν λόγω εξέλιξη είναι ιδιαίτερα σημαντική για όσους ασφαλισμένους βρίσκονται ένα βήμα πριν τη σύνταξη, αλλά και για όσους είχαν δει παλαιότερες αιτήσεις τους να απορρίπτονται αποκλειστικά επειδή δεν είχαν συμπληρώσει τις 3.600 ημέρες.
Εφόσον, λοιπόν, εμπίπτουν σε όσες κατηγορίες προβλέπει η ισχύουσα νομοθεσία, μπορούν να ζητήσουν επανεξέταση της περίπτωσής τους από τον ΕΦΚΑ. Καθοριστικό παραμένει το ασφαλιστικό ιστορικό κάθε ενδιαφερομένου και η ειδική συνταξιοδοτική διάταξη στην οποία υπάγεται.
Το ισχύον πλαίσιο, αξίζει να αναφερθεί ότι παρέχει σε πολλές κατηγορίες ασφαλισμένων τη δυνατότητα αναγνώρισης πρόσθετου χρόνου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται γονείς ανηλίκων και τρίτεκνοι στο Δημόσιο, μητέρες ανηλίκων στο πρώην ΙΚΑ, σε ΔΕΚΟ και τράπεζες, καθώς και δημόσιοι υπάλληλοι που επιδιώκουν τη συμπλήρωση 35ετίας, 36ετίας ή 37ετίας.
Δυνατότητα εξαγοράς έχουν επίσης ασφαλισμένοι των πρώην ΕΤΑΑ και ΟΑΕΕ, εργαζόμενοι σε βαρέα επαγγέλματα, αλλά και ασφαλισμένοι όλων των Ταμείων που χρειάζονται πρόσθετο χρόνο για να συμπληρώσουν 40 έτη και να αποχωρήσουν στα 62 αντί στα 67.
Υπάρχουν, πάντως, διαφοροποιήσεις μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Για συγκεκριμένες περιπτώσεις στο Δημόσιο μπορεί να αναγνωριστεί μεγαλύτερος πλασματικός χρόνος, ενώ στον ιδιωτικό τομέα τα όρια και οι κατηγορίες αναγνωριζόμενου χρόνου είναι περισσότερο περιορισμένα.
Παράλληλα, το υπουργείο Εργασίας εξετάζει μια νέα παρέμβαση για ασφαλισμένους που δεν καταφέρνουν να συμπληρώσουν την απαιτούμενη 15ετία στην επικουρική ασφάλιση.
Τι προβλέπει το υπό εξέταση σενάριο; Προβλέπει τη δυνατότητα αναγνώρισης τριών έως πέντε πλασματικών ετών, ώστε άτομα με 10, 11 ή 12 χρόνια επικουρικής ασφάλισης να μπορέσουν να φτάσουν στο ελάχιστο όριο των 15 ετών ή 4.500 ημερών που απαιτείται σήμερα για τη χορήγηση επικουρικής σύνταξης.
Σήμερα τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται. Εφόσον αυτή η ρύθμιση περάσει, τότε το κόστος ενδέχεται να συνδεθεί με την εισφορά επικουρικής ασφάλισης, η οποία ανέρχεται σε 6% των αποδοχών, με 3% να αντιστοιχεί στον εργαζόμενο και 3% στον εργοδότη.
Από μια τέτοια αλλαγή θα μπορούσαν να βοηθηθούν κυρίως ασφαλισμένοι με διακεκομμένη επαγγελματική πορεία ή με χρόνια κατά τα οποία δεν είχαν επικουρική κάλυψη. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται πρώην ελεύθεροι επαγγελματίες που αργότερα έγιναν μισθωτοί, γιατροί που διορίστηκαν στο ΕΣΥ, εκπαιδευτικοί που ξεκίνησαν ως ελεύθεροι επαγγελματίες και εργαζόμενοι με μορφές απασχόλησης για τις οποίες δεν καταβάλλονταν επικουρικές εισφορές.
Η παρέμβαση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς οι επικουρικές συντάξεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν καθυστερήσεις, ενώ δεν έχουν λάβει αυξήσεις εδώ και χρόνια. Η δυνατότητα εξαγοράς πλασματικού χρόνου θα μπορούσε επομένως να ανοίξει την πόρτα της επικουρικής σύνταξης σε χιλιάδες ασφαλισμένους που σήμερα μένουν εκτός.