«Ελληνική ντροπή»: Προκλητικό τουρκικό δημοσίευμα για τοποθέτηση αγάλματος Μ. Αλεξάνδρου
Αντιδράσεις στον τουρκικό Τύπο, προκάλεσε η τοποθέτηση αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην αυλή του τεμένους Σαντιρβάν στη Δράμα, στο πλαίσιο έκθεσης του Μουσείου Μπενάκη. Πιο συγκεκριμένα, υπάρχει δημοσίευμα που στον τίτλο αναγράφει «ελληνική ντροπή» ενώ εν συνεχεία τονίζεται ότι πρόκειται για ακόμη ένα επεισόδιο «αφομοίωσης» και «διαγραφής της οθωμανικής μνήμης» στην Ελλάδα.
Συγκεκριμένα, το δημοσίευμα του yeniakit.com.tr, αναφέρεται στο τέμενος Σαντιρβάν της Δράμας ως ένα από τα σημαντικότερα οθωμανικά μνημεία της περιοχής και υποστηρίζει ότι η τοποθέτηση ενός μεγάλου αγάλματος του Μεγάλου Αλεξάνδρου στον αύλειο χώρο του συνιστά παρέμβαση που απομακρύνει το μνημείο από την ιστορική και θρησκευτική του ταυτότητα.
Σύμφωνα με το εν λόγω δημοσίευμα, η εγκατάσταση του αγάλματος πραγματοποιήθηκε με αφορμή έκθεση του Μουσείου Μπενάκη και παρουσιάζεται ως πολιτιστική δράση. Ωστόσο, ο συντάκτης υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη κίνηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη πολιτική που, σύμφωνα με την άποψη του γράφοντος, αποσκοπεί στην αλλοίωση της οθωμανικής και τουρκικής πολιτιστικής παρουσίας στην Ελλάδα.
Πιο συγκεκριμένα, το κείμενο κάνει αναφορά στην ιστορία του τεμένους, το οποίο χρονολογείται στο δεύτερο μισό του 15ου αιώνα και ανακαινίστηκε το 1806 από τον Μεχμέτ Αλή Αγά, πατέρα του Μαχμούτ Πασά της Δράμας. Όπως τονίζεται στο δημοσίευμα, το τέμενος αποτέλεσε επί αιώνες κέντρο της μουσουλμανικής κοινότητας της πόλης έως την ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας το 1923.
Στο κείμενο υποστηρίζεται ότι μετά την ανταλλαγή πληθυσμών το μνημείο έχασε σταδιακά τον αρχικό του ρόλο και την ταυτότητά του. Παράλληλα, αναφέρεται σε γεγονότα του 1963, κατά τη διάρκεια της κρίσης γύρω από το Κυπριακό, υποστηρίζοντας ότι το τέμενος υπέστη σοβαρές φθορές από ακραίες ομάδες και στη συνέχεια εγκαταλείφθηκε.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στην περίοδο μετά το 1981, όταν το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως τυπογραφείο εφημερίδας. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η εγκατάσταση βαρέων μηχανημάτων προκάλεσε σημαντικές φθορές στη δομή και την αρχιτεκτονική του μνημείου.