Διπλωματικός μαραθώνιος για τετ α τετ Μητσοτάκη και Ερντογάν στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ
Ανοιχτό παραμένει το ενδεχόμενο μιας νέας συνάντησης του Έλληνα πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον πρόεδρο της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, στο περιθώριο της επικείμενης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία θα διεξαχθεί στην Άγκυρα στις 7 και 8 Ιουλίου.
Αν και μέχρι στιγμής δεν υφίσταται επίσημη επιβεβαίωση, διπλωματικές πηγές αναφέρουν ότι οι συνεννοήσεις μεταξύ των δύο πλευρών βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, με αντικείμενο τον συντονισμό των προγραμμάτων των δύο ηγετών. Μάλιστα, κυβερνητικοί κύκλοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς τις πρόωρες ανακοινώσεις, επικαλούμενοι την εμπειρία της Συνόδου του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2025, όταν η προγραμματισμένη συνάντηση ματαιώθηκε λόγω ασυμβατότητας προγράμματος.
Μηνύματα αποτροπής και η πάγια εθνική γραμμή
Ωστόσο, λίγες ημέρες πριν τη Σύνοδο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε σαφή μηνύματα προς την Άγκυρα, υπογραμμίζοντας τη συνεχή ενίσχυση της αποτρεπτικής ισχύος της χώρας και την πρόθεση της Ελλάδας για αναβάθμιση των Ενόπλων Δυνάμεών της «χωρίς την άδεια κανενός», καθιστώντας σαφές ότι δεν θα υπάρξει περιθώριο αμφισβήτησης της εθνικής κυριαρχίας.
Παράλληλα, η Αθήνα εμμένει στη στρατηγική των ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας για την προληπτική διαχείριση των κρίσεων, επαναδιατυπώνοντας σε μία πιθανή συνάντηση τις σταθερές της θέσεις για την οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) και της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, βάσει του Δικαίου της Θάλασσας. Μάλιστα, η ελληνική πλευρά σχολιάζει ότι εάν επιλυθεί η βασική αυτή εκκρεμότητα, τότε δύναται να λειτουργήσει ως γέφυρα για την Τουρκία προς την Ευρώπη, χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε εκπτώσεις στα κυριαρχικά της δικαιώματα.
Το βεβαρυμένο ιστορικό της Άγκυρας
Η τελευταία συνάντηση των δύο ηγετών έλαβε χώρα τον περασμένο Φεβρουάριο, στο πλαίσιο του 6ου Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας – Τουρκίας στην Άγκυρα, με τις δύο χώρα να υπογράφουν συνολικά έξι συμφωνίες συνεργασίας και η Κοινή Διακήρυξη, επιβεβαιώνοντας τη βούληση για τη συνέχεια του δομημένου πολιτικού διαλόγου.
Ωστόσο, οι αποκλίνουσες στρατηγικές προσεγγίσεις παραμένουν εμφανείς, με τον Ερντογάν να χαρακτηρίζει τα ζητήματα του Αιγαίου «ακανθώδη αλλά όχι άλυτα» και τον Μητσοτάκη να θέτει εκ νέου επιτακτικά το ζήτημα της άρσης του τουρκικού casus belli, ξεκαθαρίζοντας παράλληλα ότι τα μειονοτικά ζητήματα ρυθμίζονται αποκλειστικά και απαρέγκλιτα από τη Συνθήκη της Λωζάννης.