Πελέ: Το Μαρακανάζο, ο ρατσισμός, ο Σινάτρα και «Escape to Victory»

Παναγιώτα Χαλκιά31 Δεκεμβρίου 2022

Την τελευταία του πνοή σε ηλικία 82 ετών άφησε ο Πελέ μετά από άνιση μάχη με τον καρκίνο. Ο Έντσον Αράντες ντο Νασιμέντο είχε διαγνωσθεί με όγκο στο παχύ έντερο τον Σεπτέμβριο του 2021 και το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν στην κλινική «Άλμπερτ Αϊνστάιν» στο Σάο Πάολο, όπου και έσβησε σκορπίζοντας τη θλίψη στο φίλαθλο κοινό.

Το 2007 κυκλοφόρησαν τα απομνημονεύματα του, ένα έργο στο οποίο εκτός από ντρίμπλα, γκολ και αξέχαστες στιγμές που χάρισε στους φίλους της στρογγυλής θεάς, αφηγείται το πώς κύλησε η ζωή του, η οποία άρχισε στη φτώχεια και τελείωσε με παγκόσμια φήμη. Ο ρατσισμός, οι πρώτες εμπειρίες αγάπης, τα καπέλα, τα μεγάλης διάρκειας πάρτι και τα γυρίσματα με σταρ του Χόλιγουντ γεμίζουν τις σελίδες του O'Rei.

«Ήμασταν ξυπόλητοι, φορούσαμε ρούχα που πετούσαν οι άλλοι»

Η παιδική ηλικία του Πελέ σε γειτονιά της Βραζιλίας τη δεκαετία του ’40 ήταν εκείνη ενός αγοριού σε μια οικογένεια στην οποία δεν περίσσευε τίποτα. Η καριέρα του πατέρα του, Ντολντίνιο, ως ποδοσφαιριστή δεν είχε φέρει έσοδα στο σπίτι. Έτσι, ο Βραζιλιάνος από μικρή ηλικία κατασκεύαζε μπάλες και έδινε μάχη για τα ρούχα και το φαγητό του.

«... ήμασταν πάντα ξυπόλητοι και φορούσαμε ρούχα που πετούσαν οι άλλοι. Το σπίτι ήταν μικρό, πάντα γεμάτο και είχε μια στέγη που έτρεχε. Χωρίς κανονικό εισόδημα, θυμάμαι ότι τις περισσότερες φορές το μόνο φαγητό που μπορούσε να μας δώσει η μητέρα μας ήταν ψωμί με ένα κομμάτι μπανάνα. Η μητέρα και η γιαγιά μου έκαναν τα ρούχα που φορούσα, ένα σορτς και μια φανέλα από ύφασμα που χρησιμοποιούνταν για σακιά από αλεύρι. Δεν είχαμε τα κατάλληλα ρούχα, φυσικά, ούτε καν μια μπάλα, και παίζαμε γεμίζοντας μια κάλτσα με χαρτιά και κουρέλια. Προσπαθούμε να της δώσουμε όσο το δυνατόν πιο σφαιρικό σχήμα και μόλις το πετυχαίναμε τη δέναμε με κορδόνι».

Έχασε το πρώτο του κορίτσι λόγω χρώματος

Όντας παιδί ήρθε αντιμέτωπος με τη μάστιγα του ρατσισμού. Στο σχολείο δεχόταν καθημερινά κριτική για το χρώμα του δέρματος του και μάλιστα, έχασε και τον πρώτο του έρωτα εξαιτίας αυτού. «Υπήρχε ένα κορίτσι, από τα πρώτα, που ερωτεύτηκα, αλλά ο πατέρας της έβαλε τέλος στη σχέση σύντομα: μια μέρα πήγε σχολείο και την επέπληξε που έκανε παρέα μαζί μου. «Τι κάνεις μαζί με αυτόν;» φώναξε. Νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά που βίωσα απευθείας τον ρατσισμό και έμεινα άναυδος. Όταν ο πατέρας της την πήρε από το χέρι και την τράβηξε μακριά μου, έμεινα άναυδος και δεν μπορούσε ούτε να κουνηθώ. Εκείνη έβλεπε και δεν έκανα τίποτα. Μετά έτρεξα στο σπίτι και ξέσπασα σε κλάματα. Δεν μου μίλησε ποτέ ξανά».

Το «Μαρακανάζο» του

Κάθε Βραζιλιάνος έχει ένα «Μαρακανάζο» το κεφάλι του, το δικό του ήταν εκείνο της 16ης Ιουλίου του 1950. Η ήττα της Βραζιλίας από την Ουρουγουάη στον τελευταίο αγώνα του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1950 ήταν αρκετή για να του χαραχθούν στη μνήμη εικόνες θλίψης και απογοήτευσης. Ήταν ένα παιδί μόλις εννέα ετών και εκείνη την ημέρα είδε τα μάτια του πατέρα του να γεμίζουν με δάκρυα και του υποσχέθηκε να του φέρει εκείνος το Παγκόσμιο Κύπελλο.

«Είπα στον Ντοντίνιο (τον πατέρα του) να μην στεναχωριέται, αλλά η μητέρα μου με απώθησε λέγοντας: «Άφησε τον πατέρα σου ήσυχο, άφησέ τον ήσυχο». Υπήρχε σιωπή παντού. Ήταν επίσης η πρώτη φορά που είδα τον πατέρα μου να κλαίει. Πολλοί από τους πατεράδες των φίλων μου δεν μπόρεσαν να συγκρατηθούν. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση καθώς μεγάλωνα νομίζοντας ότι οι άντρες δε δείχνουν τα συναισθήματά τους. «Μια μέρα θα κερδίσω το Παγκόσμιο Κύπελλο για σένα», υποσχέθηκα στον πατέρα μου και τον έκανα να νιώσει καλύτερα».

Το πρώτο Μουντιάλ και το παρατσούκλι

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 στη Σουηδία άλλαξε τη ζωή του για πάντα. Ο Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής μόλις στα 17 του χρόνια είχε εντυπωσιάσει τον κόσμο κάνοντας επίδειξη των ικανοτήτων του. Εκεί γεννήθηκε και το παρατσούκλι του. «Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1958 ήταν το εφαλτήριο της φήμης μου. Άρχισα να εμφανίζομαι στα εξώφυλλα εφημερίδων και περιοδικών σε όλο τον κόσμο. Το «Paris Match» δημοσίευσε μια πρωτοσέλιδη φωτογραφία μου αμέσως μετά τη νίκη και έλεγε ότι υπήρχε ένας νέος βασιλιάς στην περιοχή. Το όνομα έπιασε και πολύ σύντομα όλοι άρχισαν να με αποκαλούν Βασιλιά Πελέ ή απλά Βασιλιά. Οι φίλοι μου μού είπαν ότι ήμουν αληθινός βασιλιάς γιατί με είχε επιλέξει ο λαός».

Το 1.000ο γκολ της καριέρας του

Στο παιχνίδι της Σάντος με τη Βάσκο ντα Γκάμα το 1969 έστειλε στα δίχτυα τη μπάλα για 1000η φορά. «Ήταν 19 Νοεμβρίου, που είναι η Εθνική Ημέρα της Σημαίας της Βραζιλίας. Οι περισσότεροι από τους οπαδούς που ήταν παρόντες στο Μαρακανά ήθελαν να δουν το γκολ, αλλά οι παίκτες της Βάσκο ήταν αποφασισμένοι να μη με αφήσουν να σκοράρω. Κάτι είχε συμβεί. Σκόνταψα τρέχοντας προς την περιοχή και ο διαιτητής μου έδωσε πέναλτι. Παρά τις διαμαρτυρίες της Βάσκο, η απόφαση παρέμεινε σταθερή. Και αυτό το πέναλτι επρόκειτο να εκτελεστεί από εμένα. Για πρώτη φορά σε ολόκληρη την καριέρα μου ένιωσα νευρικός. Έτρεμα. Έτρεξα στην μπάλα, έκανε απόκρουση και σούταρα ξανά. Γκοοοοοοολ! Μετά έκλαψα, με ανέβασαν στους ώμους κάποιου και κρατούσα τη μπάλα ψηλά».

Το θρυλικό «no goal» στο Μεξικό

Το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1970 στο Μεξικό ήταν η τελευταία αποθέωση του Πελέ. Το σουτ από τη μέση στον πρώτο γύρο στο παιχνίδι της Βραζιλίας με την Τσεχοσλοβακία, ήταν η πιο αξιομνημόνευτη αποτυχημένη προσπάθεια για γκολ στην ιστορία. Μια φάση που δεν ξέχασε ποτέ: «Ήταν μια επίδειξη θράσους και θα μπορούσε να είναι όμορφη, αν η καταραμένη μπάλα έμπαινε στο τέρμα. Κοίταξα τον Τσέχο τερματοφύλακα, Βίκτορ, και είδα ότι ήταν μακριά από τη θέση του. Έκανα ένα δυνατό σουτ, κάπου εξήντα μέτρα μακριά. Η μπάλα ταξίδεψε ψηλά και γρήγορα προς τον στόχο της, η τροχιά της καμπυλωνόταν καθώς πήγαινε αλλά ο Βίκτορ παρακολούθησε την πορεία της και κατευθυνόταν πίσω προς το τέρμα του. Αν η μπάλα είχε παραμείνει στην πορεία της, θα πήγαινε μέσα. Το πλάνο δεν αλλάζει όσες φορές κι αν το κοιτάξεις, όμως».

«Escape to Victory» και Σταλόνε

Η μεγάλη οθόνη τον έφερε πιο κοντά με τη μάζα των οπαδών που τον γνώριζαν μόνο από συνομιλίες και αναμνήσεις που αφηγούνταν οι άνθρωποι της γενιάς που είχαν την τύχη να τον δουν να ξεδιπλώνει το ταλέντο του στο χορτάρι. Στην ταινία «Escape to Victory» του John Huston ο Βραζιλιάνος ήταν μέλος μιας ποδοσφαιρικής ομάδας που προσπαθεί να επιβιώσει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στο καστ συμμετείχαν ηθοποιοί όπως οι Σιλβέστερ Σταλόνε, Μάικλ Κέιν, Μαξ Φον Σίντοου αλλά και παίκτες όπως οι Άρντιλες και Μπόμπι Μουρ.

Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων πρόσφερε μια αξέχαστη στιγμή στον σκηνοθέτη καθώς το πάθος ξεχείλιζε από μέσα του και τον ανάγκασε να του φωνάξει: «Χαλάρωσε, Πελέ. Είναι ταινία, πρέπει να είσαι συνεπής με τη σκηνή, πρέπει να ελέγχεις τα συναισθήματά σου». Ήταν μια ιδιοφυΐα του κινηματογράφου και έμαθε πολλά από εκείνον, όπως και ότι δεν κυλούν όλα δημοκρατικά πίσω από την κάμερα. Για παράδειγμα, ο Σταλόνε δεν επέτρεπε σε κανέναν να καθίσει στην καρέκλα του στο σετ και επέμενε να βάλει εκείνος το νικητήριο τέρμα της ομάδας. Κάτι το οποίο δεν γινόταν αφού ήταν ο τερματοφύλακας της Χατς και έτσι αποφασίστηκε να κάνει την καθοριστική απόκρουση πέναλτι στο τέλος.

Η ζωή στη Νέα Υόρκη

Όταν φαινόταν ότι η καριέρα του είχε τελειώσει, ο Πελέ δέχθηκε μια πρόταση το 1975 να ενταχθεί στη Νιου Γιορκ Κόσμος. Η αποδοχή της πρότασης ήταν η αρχή μιας περιπέτειας, στην οποία το σόου και η μπάλα γινόταν ένα σε μια προσπάθεια προώθησης του ποδοσφαίρου σε μια χώρα που ακόμη έμοιαζε περίεργο. Μακριά από τις απαιτήσεις του πρωταθλητισμού, ο Πελέ γνώρισε μια ζωή γεμάτη πολυτέλεια και συναντήσεις με διασημότητες. «Εκτός από το ποδόσφαιρο, υπήρχαν και άλλα ενδιαφέροντα όπως η μουσική, οι ταινίες, τα πάρτι και τα κοκτέιλ. Γνώρισα τον Φρανκ Σινάτρα, τον Μι Τζάγκερ, τον Ροντ Στιούαρτ, τον Γούντι Άλεν. Συνάντησα τον Στίβεν Σπίλμπεργκ μια φορά σε ένα εστιατόριο και μου είπε, «Θα σε κινηματογραφήσω να παίζεις ποδόσφαιρο στο φεγγάρι, γιατί αυτό είναι το μόνο μέρος που δεν έχεις παίξει ακόμα ποδόσφαιρο: στο φεγγάρι!».

Οι κλωτσιές και η κόντρα με τους Αργεντινούς

Τα πόδια του έμοιαζαν με «τρόπαιο» και οι παίκτες της Αργεντινής (και όχι μόνο) το κυνηγούσαν με απίστευτη μανία. Όπως διηγείται και ο ίδιος: «Θυμάμαι στιγμές που έπρεπε να φύγω από το γήπεδο για να δέσω τα κορδόνια μου ή να κάνω κάτι άλλο και εκεί, δίπλα μου, ήταν ο αμυντικός. Οι Αργεντινοί είναι οι αιώνιοι αντίπαλοί μας. Ένα από τα πιο σκληρά ματς εκείνης της εποχής ήταν ο δεύτερος συνεχόμενος τελικός της Σάντος στο Κόπα Λιμπερταδόρες το 1963. Το παιχνίδι γινόταν στο «La Bombonera», όπου οι οπαδοί της Μπόκα δημιουργούσαν μια απίστευτη ατμόσφαιρα με την ενέργεια και το πάθος τους. Μας φώναζαν «macaquitos de Brasil». Σε ένα μαρκάρισμα ένας Αργεντινός με χτύπησε από πίσω και μου έσκισε το παντελόνι. Τι θα μπορούσα να κάνω με το σκισμένο παντελόνι; Ο μασέρ έτρεξε για να μου φέρει καινούργιο. Οι συμπαίκτες μου έκαναν ένα γύρο για να μπορέσω να αλλάξω».

Η συγγνώμη από δημοσιογράφο στα αποδυτήρια

Στο στάδιο Azteca στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970, ο Πελέ βοήθησε τη Βραζιλία να φτάσει στη νίκη επί της Ιταλίας με 4-1 βάζοντας ένα γκολ και δημιουργώντας ένα ακόμη. Στο τέλος του παιχνιδιού: «Όταν σφύριξε για τελευταία φορά ο διαιτητής, επικράτησε χάος. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα οι οπαδοί μας έβγαλαν τις φανέλες και ακόμη και τα παντελόνια μας. Φρόντισα να βγάλω τη φανέλα μου μόνο και μόνο για να μην πάρουν και το κεφάλι μου. Κατάφερα να βρω μια στιγμή ησυχία στο ντους. Όσο ήμουν εκεί, με διέκοψε ένας δημοσιογράφος που είχε καταφέρει να μπει στα αποδυτήρια. Τον ήξερα: ήταν ένας από τους εκείνους που διέδιδαν φήμες για την όρασή μου. Γονάτισε μπροστά μου και μου ζήτησε συγχώρεση για όσα είχε γράψει. Απάντησα ότι μόνο ο Θεός μπορούσε να συγχωρήσει και ότι δεν ήμουν Θεός».

Ακολουθήστε τη σελίδα του metrosport.gr και στο google news.

Κάντε like στη σελίδα μας στο Facebook

Προτείνουμε
This page might use cookies if your analytics vendor requires them.