100 ΧΡΟΝΙΑ ΠΑΟΚ: Πέντε θρύλοι που λατρεύτηκαν στο έπακρο από τον κόσμο
Με αφορμή ότι ο ΠΑΟΚ γιορτάζει τα 100 χρόνια ζωής, το metrosport.gr παρουσιάζει πέντε κορυφαίους θρύλους της «ασπρόμαυρης» ιστορίας που λατρεύτηκαν από τους οπαδούς, συνέδεσαν στο έπακρο το ονοματεπώνυμό τους με τα «τέσσερα γράμματα» του συλλόγου και τον βοήθησαν να γιγαντωθεί τόσο ώστε να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται σήμερα.
Στα 100 χρόνια ζωής που γιορτάζει ο Δικέφαλος του Βορρά, πάρα πολλοί ποδοσφαιριστές έχουν περάσει από το «ασπρόμαυρο» ρόστερ αλλά λίγοι έχουν παραμείνει στην ομάδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Έτσι, ακόμα λιγότεροι είναι αυτοί που ξεχώρισαν, πέτυχαν και κέρδισαν επάξια τον τίτλο ενός από τους θρύλους του συλλόγου. Ελάχιστοι όμως είναι όσοι κατάφεραν να ξεπεράσουν ακόμη και αυτή την τιμή και να συνδέσουν το ονοματεπώνυμο τους με τα «τέσσερα γράμματα» του συλλόγου τόσο χάρις τις αγωνιστικές τους ικανότητες όσο και με την αγάπη που εισέπραξαν από τους οπαδούς βοηθώντας το σύλλογο να εκτοξευθεί και να φτάσει στο σημείο που βρίσκεται σήμερα, με το metrosport.gr να μπαίνει στη δύσκολη θέση να επιλέξει πέντε από τους κορυφαίους.

Γιώργος Κούδας
Ο γεννημένος στον Δήμο του Αγίου Παύλου στις 23 Νοεμβρίου του 1946, Γιώργος Κούδας, ήταν γιος του Γιάννη από την ανατολική Θράκη και της Ελευθερίας Μακρή από τη Σταυρούπολη Ξάνθης. Αρχικά, έπαιξε μπάλα στην Πλατεία Διοικητηρίου μπροστά στο Υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης και κάποια στιγμή στη Λαχαναγορά, ένας υποστηρικτής του ΠΑΟΚ εν ονόματι Πρόδρομος, εντόπισε το ταλέντο του και τον πήρε μαζί του στα δοκιμαστικά των ακαδημιών του συλλόγου που πραγματοποιούνταν στην περιοχή της Τούμπας, όπου βρισκόταν υπό κατασκευή το νέο γήπεδο.

Την πρώτη μέρα, αγωνίστηκε μαζί με άλλα 100 παιδιά στο βοηθητικό έξω από την Τούμπα και δεν έπεισε τους ανθρώπους του Δικεφάλου, όμως ο ίδιος επέμεινε μέχρι να δικαιωθεί αν και στην αρχή είχε πληγωθεί. Τη δεύτερη φορά, προσπάθησε φορώντας καλύτερα αθλητικά παπούτσια και τα κατάφερε, έτσι ώστε να υπογράψει το δελτίο του με πριμ υπογραφής ένα αναψυκτικό και να ενταχθεί στις «ασπρόμαυρες» ομάδες νέων το 1958 σε ηλικία 12 ετών. Ο Βίλλυ Σέφτσικ έμεινε εντυπωσιασμένος όταν του ζήτησε να κοντρολάρει τη μπάλα αφού την είχε πετάξει ψηλά στον αέρα, με τον νεαρό να το πετυχαίνει με μεγάλη ευκολία και μάλιστα μετά από κάθε ρίψη.

Κατά την πάροδο των ετών, συνδύασε τις προπονήσεις με την εφηβική ομάδα του ΠΑΟΚ με το νυχτερινό σχολείο και την εργασία με σκοπό να έχει κάποιο εισόδημα. Συγκεκριμένα, δούλεψε κατά καιρούς σε ηλεκτροτεχνουργείο, κουρείο, φούρνο, καθώς και σε γνωστό ξενοδοχείο του κέντρου της Θεσσαλονίκης ως γκρουμ και υπάλληλος υποδοχής. Μάλιστα, ο μικρός Κούδας αποτέλεσε μπολ μπόι στην περίφημη αναμέτρηση της 6ης Σεπτεμβρίου του 1959 με αντίπαλη την ΑΕΚ όταν εγκαινιάστηκε το νέο «σπίτι» του συλλόγου, το γήπεδο της Τούμπας. Η μεγάλη στιγμή ήρθε το 1963 στα 17 του χρόνια, όταν ενσωματώθηκε στην πρώτη ομάδα και έκανε το ντεμπούτο του στην 21η Δεκεμβρίου του έτους κόντρα στον Εθνικό Πειραιώς στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας υπό τις οδηγίες του Μαγυάρου προπονητή, Γκιόργκι Μπαμπολτσάι.

Η «μαύρη» στιγμή που ο Κούδας θέλει να ξεχάσει ήρθε το 1966, όταν ο πατέρας του ήρθε σε σύγκρουση με τη διοίκηση του ΠΑΟΚ για οικονομικούς λόγους με αποτέλεσμα να προτιμήσει την αυξημένη πρόταση του Ολυμπιακού. Ωστόσο, ο πρόεδρος Γιώργος Παντελάκης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και έτσι, ο παίκτης αναγκάστηκε να αγωνιστεί μονάχα σε φιλικές αναμετρήσεις φορώντας τα ερυθρόλευκα για τα δύο επόμενα χρόνια. Ώσπου το 1968 ήρθε η ώρα για επανασύνδεση με τη Θεσσαλονίκη δεχόμενος θερμή υποδοχή από επτά χιλιάδες οπαδούς. Μάλιστα, ο ίδιος βρέθηκε προ εκπλήξεως κατά την είσοδό του στα αποδυτήρια, καθώς τα προσωπικά του είδη είχαν παραμείνει ανέγγιχτα από τους συμπαίκτες του μετά από τη 2ετή απουσία.

Η επιστροφή έμελλε να είναι καθοριστική για το ρου της ιστορίας του ΠΑΟΚ και να το αλλάξει για πάντα. Μαζί με τον ίδιο, τις πύλες της Τούμπας πέρασαν μερικοί ακόμη σπουδαίοι ποδοσφαιριστές εκείνη την εποχή, οι οποίοι συνέβαλλαν τα μέγιστα στις επιτυχίες της δεκαετίας του 1970’. Το μεγαλύτερο επίτευγμα μέχρι το... επόμενο για τον Έλληνα θρύλο και το σύλλογο ήταν ότι σκόραρε δύο τέρματα στην επικράτηση του Δικεφάλου επί του Παναθηναϊκού με 2–1 στον τελικό του Κυπέλλου του 1972 και οδήγησε την ομάδα στο πρώτο τρόπαιο της ιστορίας της. Στην πάροδο των ετών, ο ΠΑΟΚ κατέκτησε επίσης το Κύπελλο του 1974 και το Πρωτάθλημα του 1976 με τον Κούδα να έχει εξελιχθεί στον απόλυτο πρωταγωνιστή. Σύμφωνα με τον ίδιο, η ομάδα άξιζε να κερδίσει περισσότερους τίτλους τη δεκαετία του 1970’.

Σε ένα παιχνίδι φιλικού χαρακτήρα των ασπρόμαυρων στη 14η Φεβρουαρίου του 1973 κόντρα στον Άγιαξ, ο παίκτης από τη Θεσσαλονίκη συνάντησε για πρώτη φορά τον Ολλανδό θρύλο του ποδοσφαίρου, Γιόχαν Κρόιφ, ο οποίος τον θαύμασε και του εκμυστηρεύτηκε πως είχε την ποιότητα να αγωνιστεί στα κορυφαία πρωταθλήματα της Ευρώπης. Δύο χρόνια μετά οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν ξανά, με τον «Ιπτάμενο Ολλανδό» να βρίσκεται πλέον στο δυναμικό της Μπαρτσελόνα και να ζητάει από τον Κούδα να μεταγραφεί κι αυτός στους Μπλαουγκράνα. Ο 31χρονος -τότε- σταρ του ΠΑΟΚ αρνήθηκε την πρόταση επειδή θεώρησε πως δεν θα πάρει τον χρόνο συμμετοχής που θα ήθελε παρόλο που οι χρηματικές του απολαβές θα ήταν τρομερά υψηλότερες, με αποτέλεσμα ο Κρόιφ να του αναφέρει ότι μπορούσε να τον φέρει σε επαφή με τον πεθερό του που ήταν ποδοσφαιρικός ατζέντης για να μετακομίσει στην Καταλονία αλλά για χάρη της Εσπανιόλ, γεγονός που επίσης δεν συνέβη.

Ακόμα, ο Έλληνας ποδοσφαιριστής έλαβε ενδιαφέρον και από τη Μίλαν την ίδια χρονιά, όμως αποφάσισε να μείνει για ολόκληρη τη ζωή του στην ομάδα που αγάπησε και λατρεύτηκε σαν θεός, ώσπου αποσύρθηκε από την ενεργό δράση το 1984. Τότε, ο Κούδας ανέλαβε τη θέση του γενικού αρχηγού και βοήθησε από διαφορετική θέση τον Δικέφαλο του Βορρά να φτάσει έως τη 2η κατάκτηση πρωταθλήματος στην ιστορία του το 1985.

Μέχρι και σήμερα, ο 79χρονος κατέχει το ρεκόρ των περισσότερων συμμετοχών στο πρωτάθλημα (504), στο Κύπελλο (70) αλλά και σε όλες τις διοργανώσεις φορώντας τη φανέλα του ΠΑΟΚ στην 100ετή ιστορία του (607). Ταυτόχρονα, αποτελεί και τον παίκτη που έχει παραμείνει περισσότερα χρόνια στο σύλλογο δηλαδή 20 χρόνια, πέντε μήνες και δύο ημέρες (21 Δεκεμβρίου 1963 μέχρι 23 Μαΐου 1984) αλλά και τον ρέκορντμαν εμφανίσεων αποκλειστικά με μόνο μία ομάδα στο πρωτάθλημα. Ο Κούδας σημείωσε συνολικά 134 γκολ φορώντας την ασπρόμαυρη φανέλα, τα οποία τον κατατάσσουν στη 2η θέση των σκόρερ όλων των εποχών για την ομάδα, ενώ είναι ο παίκτης των Θεσσαλονικιών με τις περισσότερες συμμετοχές σε τελικούς Κυπέλλου αφού έφτασε τις εννιά, παραμένοντας ο πρώτος «ασπρόμαυρος» σκόρερ στη διοργάνωση με 27 τέρματα.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του, οι οπαδοί του έδωσαν το προσωνύμιο «Μεγαλέξανδρος» και το όνομά του «έντυσε» ένα πολύ γνωστό σουξέ της εποχής, το «Πότε Βούδας, πότε Κούδας». Ο ίδιος ψηφίστηκε ως 5ος καλύτερος παίκτης του ελληνικού ποδοσφαίρου στον εορτασμό των 50 χρόνων της ΕΠΟ το 2003, ενώ κατέγραψε συνολικά 43 συμμετοχές με την Εθνική Ελλάδας πετυχαίνοντας τέσσερα τέρματα, με την πιο σημαντική στιγμή του με τη γαλανόλευκη να είναι η παρουσία στο Euro του 1980 που περιείχε οκτώ ομάδες και ήταν η πρώτη μεγάλη διοργάνωση στην οποία προκρίθηκε το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα.

Το τέλος μπήκε στις 20 Σεπτεμβρίου του 1995 στο Γήπεδο της Τούμπας, όταν αγωνίστηκε στην αποχαιρετιστήρια αναμέτρηση προς τιμήν ανάμεσα σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία που έληξε με σκορ 0-2. Αν και το παιχνίδι ήταν φιλικού χαρακτήρα καταγράφεται κανονικά στην βίβλο της Εθνικής, με αποτέλεσμα ο Κούδας να είναι ο γηραιότερος ποδοσφαιριστής που έχει παίξει με τη γαλανόλευκη σε ηλικία 49 ετών. Τότε, αποκαλύφτηκε η προτομή που δημιουργήθηκε προς τιμήν του η οποία τοποθετήθηκε εντός του γηπέδου, με τον ίδιο να δακρύζει όταν την αντίκρισε. Ωστόσο, το μνημείο καταστράφηκε στις 14 Οκτωβρίου του 2001 από χούλιγκαν του Ολυμπιακού.

«Ο ΠΑΟΚ είναι η δεύτερη οικογένεια μου, το δεύτερο σπίτι μου» αναφέρει ο ίδιος, εκφράζοντας τα συναισθήματά του για τον ΠΑΟΚ.

Σταύρος Σαράφης
Ο Σταύρος Σαράφης γεννήθηκε στις 17 Ιανουαρίου του 1950 από γονείς που ήταν αγρότες και η λατρεία του με το ποδόσφαιρο ξεκίνησε από το Δημοτικό Σχολείο. Στα 13 του χρόνια υπέγραψε δελτίο στην Αναγέννηση Επανομής ώσπου στις 15 Αυγούστου του 1967 σε ηλικία 17 ετών αποκτήθηκε από τον ΠΑΟΚ. Το ταλέντο του νεαρού στο χώρο της μεσαίας γραμμής ξεχώρισε ο Νίκος Πάγκαλος και αργότερα του χάρισε το παρατσούκλι «καίσαρας» επειδή είχε σγουρά καστανόξανθα μαλλιά, την εποχή που η ομώνυμη ταινία έκανε θραύση στους κινηματογράφους. Μάλιστα, ο Έλληνας τεχνικός φρόντισε να αναλάβει τα έξοδα και κάθε διαδικαστικό η ομάδα της Θεσσαλονίκης για τον επιθετικό, όταν το 1965 είχε κάνει μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας δηλαδή προτού αποκτηθεί από τους ασπρόμαυρους.

Αν και ο Σαράφης ήταν ακόμη ανήλικος, ήταν τόσο έτοιμος εντός αγωνιστικών χώρων έτσι ώστε με λιγότερο από έναν μήνα στην ομάδα, να ξεκινήσει ως βασικός στο ευρωπαϊκό παιχνίδι του Δικεφάλου με την Λιέγη για το Κύπελλο Διεθνών Εκθέσεων στο Καυτανζόγλειο Στάδιο στις 13 Σεπτεμβρίου 1967 και μια εβδομάδα αργότερα να βρεθεί ξανά στην αρχική ενδεκάδα στο παιχνίδι του Βελγίου. Το πρώτο τέρμα του Έλληνα μέσου με την ασπρόμαυρη φανέλα ήρθε στην πρώτη αγωνιστική του πρωταθλήματος στις 8 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Μαζί με τον Γιώργο Κούδα, ο «Καίσαρας» συμπλήρωσε το θρυλικό δίδυμο της ενδεκάδας που μεταξύ πολλών άλλων παικτών, οδήγησε τον Δικέφαλο του Βορρά στους πρώτους τίτλους της ιστορίας του, δηλαδή δύο Κυπέλλων (1972, 1974) και ενός Πρωταθλήματος (1976).

«Το 1976 μετά την κατάκτηση του πρωταθλήματος, η ΑΕΚ μου προσέφερε πέντε εκατομμύρια. Πήγα αμέσως στον Παντελάκη και του είπα ότι δεν θέλω να φύγω και του ζήτησα να μην αδικήσει στο οικονομικό. Τότε, άνοιξε ένα χρηματοκιβώτιο, έβγαλε ένα εκατομμύριο και μου είπε αυτό έχω και ίσως μπορώ να σου δώσω και μερικές χιλιάδες ακόμα. Αποφάσισα να μείνω και δεν βγήκα χαμένος» διηγείται ο ίδιος.

Ο Σαράφης κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια το 1981 σε ηλικία των 31 ετών λόγω της κακής ψυχολογικής κατάστασης που τον κυρίευσε μετά το θάνατο του Γκιούλα Λόραντ, με τελευταία του παράσταση με τον Δικέφαλο να πραγματοποιείται τον Ιούνιο ενάντια στον Ατρόμητο στο Περιστέρι. Στα τέλη του Αυγούστου της ίδια χρονιάς, οι Θεσσαλονικείς τον τίμησαν σε φιλικό παιχνίδι με την Εθνική Ελλάδας με περίπου 10.000 θεατές να τον αποθεώνουν στο αγωνιστικό του φινάλε. Όσον αφορά τα κατορθώματά του με το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα, ο «Καίσαρας» έκανε ντεμπούτο στις 19 Ιουλίου 1969 στην εκτός έδρας φιλική αναμέτρηση κόντρα στην Αυστραλίας και κατέγραψε συνολικά 32 συμμετοχές και επτά τέρματα με τη γαλανόλευκη έως το 1977.

Παρότι δεν αγωνίστηκε ποτέ ως επιθετικός, ο Σαράφης αποτελεί μέχρι και σήμερα τον πρώτο σκόρερ της 100ετής ιστορίας του ΠΑΟΚ με 169 γκολ σε 433 εμφανίσεις, οι οποίες τον τοποθετούν στην 4η θέση της σχετικής λίστας πίσω από τους Γιώργο Κούδα, Κώστα Ιωσηφίδη και Γιάννη Γούναρη. Ο ίδιος παρέμεινε στο σύλλογο για πολλά χρόνια και εργάστηκε από διάφορα πόστα, από αυτό του υπηρεσιακού προπονητή σε αρκετές περιπτώσεις και του γενικού αρχηγού ενώ αποτέλεσε δάσκαλο και μέντορα επί σειρά ετών των ομάδων Κ17 και Κ15 του ΠΑΟΚ. Συνολικά τίμησε τον «ασπρόμαυρο» οργανισμό για περισσότερα από 45 χρόνια προτού φύγει από τη ζωή, στις 13 Οκτωβρίου του 2022 στην ηλικία των 72 ετών έπειτα από το εγκεφαλικό που υπέστη.

Τα τελευταία χρόνια αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα υγείας και τόσο ο ΠΑΟΚ όσο και ο Ιβάν Σαββίδης στάθηκαν στο πλευρό του στην προσπάθεια του να τα ξεπεράσει, ενώ η πιο πρόσφατη δημόσια εμφάνισή του έλαβε μέρος στον τελικό του Κυπέλλου Ελλάδας του 2022, κουβαλώντας το βαρύτιμο τρόπαιο στο πλάι του Μίμη Δομάζου.

«Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου μακριά από τον ΠΑΟΚ. Έχω κάνει τα πάντα για αυτή την ομάδα. Κούρευα το γκαζόν, κουβαλούσα, ήμουν φροντιστής. Από μικρό παιδί αυτός ο σύλλογος με έκανε να αισθανθώ κομμάτι του» ήταν μερικά από τα λόγια του που συνοψίζουν την απέραντη αγάπη του για το σύλλογο.
Κώστας Ιωσηφίδης
Ο Κώστας Ιωσηφίδης γεννήθηκε στη Βυρώννεια Σερρών στις 14 Ιανουαρίου του 1952 και ξεκίνησε την ενασχόλησή του με το άθλημα από την Αναγέννηση Νέου Πετριτσίου. Το 1968 σε ηλικία 16 ετών, ήρθε ολομόναχος στη Θεσσαλονίκη για να ενταχθεί στην ποδοσφαιρική ομάδα της Ελπίδας Τούμπας και την ίδια στιγμή κατάφερε να βρει δουλειά σε ένα κατάστημα ηλεκτρικών ειδών. Εκείνη την εποχή ακολουθούσε συνεχώς την ίδια απαιτητική ρουτίνα, κάθε πρωί δούλευε, τα απογεύματα έκανε προπόνηση και τα βράδια πήγαινε στο Γυμνάσιο όπως έχει αποκαλύψει ο ίδιος. Αν και τότε αγωνιζόταν ως αριστερός εξτρέμ, ο τραυματισμός ενός συμπαίκτη του τον ανάγκασε να δοκιμαστεί και στο αριστερό άκρο της άμυνας από το οποίο έμελλε να μην φύγει ποτέ. Το προπονητικό γήπεδο της ομάδας του βρισκόταν κοντά στο στάδιο της Τούμπας, με αποτέλεσμα να βλέπει συνεχώς τα «ασπρόμαυρα» αστέρια από κοντά και να εύχεται να καταφέρει να παίξει μπάλα στο πλευρό τους, μέχρι που η ιστορία του μετέτρεψε τις σκέψεις σε πραγματικότητα.

Ο Κλεάνθης Βικελίδης διέκρινε το ταλέντο του Ιωσηφίδη και αποφάσισε να τον πάρει για δοκιμή στην Εθνική Ερασιτεχνών ενώ αργότερα κλήθηκε και στην Εθνική Νέων με αποτέλεσμα να προσελκύσει το ενδιαφέρον των ανθρώπων του ΠΑΟΚ. Δύο παράγοντες του Δικεφάλου του Βορρά οι Σοφοκλής Μαρτινίδης και Βασίλης Σεργιαννίδης, είχαν σημαντική συμβολή στην υλοποίηση της μεταγραφής του τον Ιούνιο του 1971 έναντι 20 χιλιάδων δραχμών.

Αρχικά, το ταξίδι του τότε 19χρονου αριστερού μπακ ξεκίνησε με το ντεμπούτο του που έλαβε χώρα εκτός έδρας κόντρα στην ΑΕΚ στις 19 Σεπτεμβρίου του 1971 υπό τις οδηγίες του Λες Σάννον, όταν ο Γιάννης Χατζηαντωνίου τραυματίστηκε με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει. Στην ομάδα της Θεσσαλονίκης, ο Ιωσηφίδης βρήκε ένα τρομερά δεμένο σύνολο και βοήθησε τα μέγιστα για να το εκτοξευθεί μαζί του και στην παρθενική του σεζόν με τους ασπρόμαυρους, να βάλει το τεράστιο λιθαράκι του για να κατακτηθεί και το πρώτο τρόπαιο στην 100ετή ιστορία του συλλόγου. Ο παίκτης με το νούμερο τέσσερα στην πλάτη ξεχώρισε με τις ικανότητές του και όχι μόνο συνέχισε με τον ΠΑΟΚ στην τρομερή δεκαετία του ‘70, αλλά παρέμεινε για όλη του την ποδοσφαιρική του καριέρα, δηλαδή το 1985 όταν κατέκτησε ως αρχηγός και το 2ο Πρωτάθλημα στην ιστορία του Δικεφάλου. Έχοντας σηκώσει συνολικά τέσσερα τρόπαια, ο ίδιος αποτελούσε για πολλές δεκαετίες τον άνθρωπο με τους περισσότερους τίτλους ως παίκτης των Θεσσαλονικιών, ενώ μόνο ο Αντελίνο Βιεϊρίνια έχει καταφέρει να ισοφαρίσει τον αριθμό των Πρωταθλημάτων που είχε πανηγυρίσει, μέχρι και σήμερα.

Ο Ιωσηφίδης είναι ακόμη ο δεύτερος σε συμμετοχές ποδοσφαιριστής στην ιστορία του ΠΑΟΚ (494) και μάλιστα το έφερε εις πέρας χωρίς να αποχαιρετίσει ποτέ το σύλλογο στα 14 χρόνια που βρισκόταν στην ενεργό δράση. Αγωνίστηκε για πρώτη φορά με την Εθνική Ελλάδας στις 28 Απριλίου 1974 στον εκτός έδρας φιλικό αγώνα ενάντια στη Βραζιλία και συνολικά κατέγραψε 51 εμφανίσεις με τη γαλανόλευκη σκοράροντας δύο τέρματα. Μαζί με τον Γιώργο Κούδα, αποτέλεσε μέλος της Εθνικής που συμμετείχε στο Euro του 1980 στα γήπεδα της Ιταλίας, διοργάνωση η οποία ήταν η πρώτη που συμμετείχε το αντιπροσωπευτικό μας συγκρότημα. Ο Έλληνας αριστερός μπακ αγάπησε τον ΠΑΟΚ και τον τίμησε για πολλά χρόνια ακόμα και έπειτα το τέλος της καριέρας του. Αν και αρχικά δοκίμασε να συνεχίζει να εργάζεται στο άθλημα από τη θέση του προπονητή σε διάφορες ομάδες, η λατρεία του για τα «τέσσερα γράμματα» δεν μπορούσε να τον κρατήσει μακριά από το σύλλογο για πάντα. Το 2005 ανέλαβε καθήκοντα γενικού αρχηγού στον ΠΑΟΚ, αργότερα συνέχισε στο τμήμα της Κ20 και παρέμεινε στην ίδια θέση της Β’ ομάδας του Δικεφάλου μέχρι και το 2024 σε ηλικία 72 ετών.

«Στον εορτασμό των 100 χρόνων ιστορίας του ΠΑΟΚ, θα ήθελα να τον δω να κατακτά ένα πρωτάθλημα και να είμαι κι εγώ εκεί για να το χαρώ μαζί με τους πρωταγωνιστές» είχε δηλώσει στο παρελθόν ενώ έχει κάνει πολλές καταθέσεις ψυχής σχετικά με τα συναισθήματά του για τον ΠΑΟΚ στην πάροδο των ετών με τα λόγια του να συγκλονίζουν:

«Ο ΠΑΟΚ είναι το σπίτι μου. Είναι η καθημερινότητά μου. Φυσικά είναι η μεγάλη αγάπη και το πάθος μου. Θα μπορούσα να πω πως ο ΠΑΟΚ είναι όλη μου η ζωή. Είναι όλες οι ιστορίες που άκουγα από τον πατέρα μου για τις Χαμένες Πατρίδες. Όλος ο πόνος των ξεριζωμένων ανθρώπων που ήρθαν στην Θεσσαλονίκη και ίδρυσαν την ομάδα».
Πάμπλο Γκαρσία
Ο Πάμπλο Γκάμπριελ Γκαρσία Πέρες γεννήθηκε στις 13 Μαΐου του 1977 στο Πάντο της Ουρουγουάης από φτωχή οικογένεια και από πολύ μικρό τον κέρδισε η όψη της στρογγυλής θεάς. Αγωνιζόμενος στις ακαδημίες της Μοντεβιδέο Γουόντερερς, αποφάσισε να δοκιμάσει να κάνει το μεγάλο βήμα στην καριέρα του περνώντας τον Ατλαντικό το 1997 για να ενταχθεί στο δυναμικό των μικρότερων ηλικιακών τμημάτων της Ατλέτικο Μαδρίτης. Συνέχισε την πορεία του φορώντας τις φανέλες των Ρεάλ Βαγιαδολίδ, Πενιαρόλ, Μίλαν, Βενέτσια, Οσασούνα, Ρεάλ Μαδρίτης και Θέλτα ενώ αποτέλεσε βασικό στέλεχος της Εθνικής του ομάδας για πολλά χρόνια, καταγράφοντας 65 συμμετοχές με το εθνόσημο.

Αν και πέρασε από τόσους συλλόγους στην πάροδο των ετών, έμελλε να συνδεθεί με μία που δεν είχε καμία σχέση με τον τόπο του και δεν περίμενε ποτέ ότι θα βρεθεί στο ρόστερ της. Το 2008 σε ηλικία των 31 χρόνων, ο Γκαρσία σκέφτηκε ακόμα και να αποσυρθεί από την ενεργό δράση αλλά στο τέλος, ήρθε στη Θεσσαλονίκη για χάρη του ΠΑΟΚ της διοίκησης πρωτοδεικίου, νομίζοντας πως η κατάσταση τόσο εντός γηπέδων όσο και εκτός θα ήταν αρκετά χαλαρή. Αυτή η εντύπωση κατέρρευσε στα πρώτα δευτερόλεπτα της άφιξής του στο αεροδρόμιο «Μακεδονία», όταν αντίκρισε τη θερμή υποδοχή που του ετοίμασαν οι οπαδοί του Δικεφάλου. Στην ιστορία έμειναν τα λόγια ενός οπαδού που του τόνισε πως έχει «τα μάτια του ΠΑΟΚ», τα οποία δικαιώθηκαν στη συνέχεια.

Ο Ουρουγουανός χαφ ξεχώρισε με τις ικανότητές του στη μεσαία γραμμή και βοήθησε τους ασπρόμαυρους να ξεφύγουν από την κατρακύλα των οικονομικών προβλημάτων και να διεκδικήσουν ακόμη και το πρωτάθλημα υπό τις οδηγίες του Φερνάντο Σάντος τη σεζόν 2009/10. Ταυτόχρονα, ο έντονος χαρακτήρας τον έκανε να εξελιχθεί σε σύμβολο επανάστασης για το σύλλογο, αφού ταυτίστηκε στο έπακρο με το dna των οπαδών. Το θεαματικό φάουλ στην Τούμπα με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό λίγες μέρες μετά τον θάνατο της μητέρας του είναι με διαφορά η κορυφαία του στιγμή στη Θεσσαλονίκη ενώ από την άλλη πλευρά, στα μυαλό όλων έχουν μείνει οι μυθικές του κόντρες με διάφορους παίκτες που συχνά οδηγούσαν στην αποβολή του.

Το 2013 ήρθε το πρώτο «διαζύγιο» με τους Θεσσαλονικείς όταν ο Γιώργος Δώνης θεωρούσε πως δεν μπορούσε να συνεχίσει τα πλάνα του με τον ίδιο να αγωνίζεται βασικός, αφού βρισκόταν ελάχιστους μήνες προτού κλείσει το 36ο έτος της ηλικίας του. Αν και ο προπονητής απομακρύνθηκε και η πόρτα της επιστροφής στον ΠΑΟΚ άνοιξε για τον Γκαρσία, στη συνέχεια ο παίκτης πήρε μονάχα χρόνο συμμετοχής σε δύο παιχνίδια στην επόμενη σεζόν, με αποτέλεσμα να μετακομίσει στην Ξάνθη το 2014 και να αποσυρθεί σχεδόν αμέσως. Συνολικά, ο Ουρουγουανός κατέγραψε 153 εμφανίσεις με τα ασπρόμαυρα σκοράροντας πέντε φορές και μοιράζοντας 15 ασίστ.

Η αγάπη και η σύνδεσή του για τον Δικέφαλο του Βορρά ήταν τόσο μεγάλη που δεν εγκατέλειψε ούτε την πόλη αλλά ούτε και το σύλλογο αφότου κρέμασε τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Το 2015 γύρισε υπό διαφορετικό πόστο και δοκιμάστηκε ως προπονητής σε διάφορα από τα τμήματα υποδομών, ώσπου την περίοδο 2020/21 βρέθηκε προσωρινά ακόμη και στην τεχνική ηγεσία της πρώτης ομάδας. Τότε, ο Γκαρσία οδήγησε τους παίκτες του μέχρι την κατάκτηση του Κυπέλλου και σήκωσε το παρθενικό του τρόπαιο με τους ασπρόμαυρους, αφού δεν το είχε καταφέρει ως ποδοσφαιριστής. Έπειτα από δύο χρονιές στη Β’ ομάδα ο ίδιος αποχώρησε το 2023, αλλά η πόρτα της επιστροφής θα είναι για πάντα ανοιχτή για έναν άνθρωπο που έδωσε την ψυχή του για τα «τέσσερα γράμματα».

Αντελίνο Βιεϊρίνια
Στην ίδια εποχή με τον Πάμπλο Γκαρσία, ήρθε κι ένας άλλος παίκτης στον ΠΑΟΚ που έμελλε να γράψει ιστορία, όμως ήταν αρκετά άγνωστος στο ελληνικό κοινό. Όντας προϊόν των ακαδημιών της Βιτόρια Γκιμαράες, προτού μετακινηθεί στην Πόρτο για να καταγράψει μόλις 11 συμμετοχές με την πρώτη ομάδα κι έχοντας ήδη παραχωρηθεί δύο φορές με τη μορφή δανεισμού σε Λεϊσόες και Μάρκο, ο Αντελίνο Βιεϊρίνια ήρθε στη Θεσσαλονίκη το καλοκαίρι του 2008 αρχικά μόνο για ένα χρόνο. Ο «γάμος» ξεκίνησε με ένα απροσδόκητο μπέρδεμα στο αεροδρόμιο «Μακεδονία» όταν ο παίκτης έφτασε δίχως να τον παραλάβει κανένας άνθρωπος της διοίκησης και στο γενικότερο πλαίσιο, η μεταγραφή του τότε 22χρονου εξτρέμ δεν ενθουσίαζε ιδιαίτερα τον κόσμο σε αντίθεση με αυτή του Ουρουγουανού.

Αν και ο νεαρός Αντρέ που ήταν επιλογή του Φερνάντο Σάντος, παρουσιάστηκε με δυναμικό τρόπο στους οπαδούς της Τούμπας αγωνιζόμενος στα τέσσερα πρώτα παιχνίδια της σεζόν, το δυνατό τάκλιν που δέχτηκε από τον Βίκτορ Βιτόλο στο ντέρμπι με τον Άρη τον τραυμάτισε σοβαρά, αφήνοντάς τον εκτός δράσης για τρεις μήνες. Επιστρέφοντας στο χορτάρι από την είσοδο του 2009, πήρε αρκετό χρόνο συμμετοχής αλλά κατάφερε να συμπληρώσει μόνο ένα γεμάτο 90λεπτο πριν ολοκληρωθεί η συμφωνία του δανεισμού του.

Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη ήταν καθοριστική στη συνέχεια της καριέρας του τόσο για τον ίδιο όσο και για τον Δικέφαλο του Βορρά, καθώς οι χρηματικές απαιτήσεις των Πορτογάλων που έφταναν σε περισσότερα από δύο εκατομμύρια ευρώ, έπεσαν λόγω του τραυματισμού του και η «ασπρόμαυρη» διοίκηση έδρασε άμεσα. Ο ΠΑΟΚ αγόρασε τον Βιεϊρίνια από την Πόρτο έναντι μονάχα 300 χιλιάδων ευρώ και έπειτα ακολούθησαν ακόμη 2μιση χρόνια στην Τούμπα για τον ίδιο. Ο νεαρός εξτρέμ λατρεύτηκε από τους οπαδούς όσο κανένας άλλος τα τελευταία χρόνια αφού ξεχώρισε με τις «μαγικές» του ικανότητες στα φτερά της επίθεσης και σκόραρε πολλά κρίσιμα τέρματα. Με την ΠΑΕ να συνεχίζει να έχει οικονομικά προβλήματα και τον Πορτογάλο να βλέπει την ευκαιρία της Βόλφσμπουργκ και της Bundesliga ως χρυσή για το μέλλον της καριέρας του, τον Ιανουάριο του 2012 αποχώρησε με το αντίτιμο των τεσσάρων εκατομμυρίων ευρώ στη Γερμανία, τα οποία χάρισαν σημαντική «ανάσα» στα ταμεία του συλλόγου.

Τα χρόνια περνούσαν και ο παίκτης συνέχιζε να «δένεται» με τη Θεσσαλονίκη παρότι βρισκόταν μακριά, λόγω της Ελληνίδας γυναίκας του, της κόρης του και της απέραντης αγάπης για το σύλλογο της πόλης που δεν «έσβηνε» με τίποτα. Ο Βιεϊρίνια κατέκτησε ακόμα και το Euro 2016 με την Εθνική του ομάδα υπό τις οδηγίες του ίδιου προπονητή που τον πίστεψε και τον έφερε στον ΠΑΟΚ και τα σενάρια επιστροφής του στην πόλη «έδιναν κι έπαιρναν» σε κάθε ευκαιρία, αφού η νέα διοίκηση είχε φέρει οικονομική ευημερία, όμως η υπόθεση δεν προχωρούσε. Μέχρι που στα τέλη Αυγούστου του 2017 έσκασε η πολυπόθητη «βόμβα» και ήρθε η ώρα της επανασύνδεσης, με τους ασπρόμαυρους να προσφέρουν ένα εκατομμύριο ευρώ στη Βόλφσμπουργκ για να τον κάνουν ξανά δικό τους.

Η μεταγραφή προκάλεσε ντελίριο ενθουσιασμού στην πόλη όμως υπήρξε και μια μερίδα ανθρώπων που θεώρησε πως όντας πλέον 31 χρόνων, η ποιότητά του δεν θα είναι η ίδια εντός των αγωνιστικών χώρων. Ωστόσο, ο Πορτογάλος που πλέον αγωνιζόταν κυρίως στις πλάγιες θέσεις της άμυνας, διέψευσε την αρνητικότητα και με τον Ραζβάν Λουτσέσκου στον πάγκο έφτασε κοντά στην κατάκτηση του πρωταθλήματος μετά από 33 χρόνια, χάνοντάς την στις δικαστικές αίθουσες. Όμως, λίγες εβδομάδες αργότερα, ο αρχηγός -πλέον- Βιεϊρίνια πήρε την εκδίκησή του από την ΑΕΚ σκοράροντας με φοβερή απευθείας εκτέλεση φάουλ για να σηκώσει το τρόπαιο του Κυπέλλου, το οποίο ήταν και o πρώτος του τίτλος με τους Θεσσαλονικείς.
Την επόμενη σεζόν ο στόχος ήταν ένας και επετεύχθη, δηλαδή η επιστροφή στον τίτλο του πρωταθλήματος και μάλιστα ο ΠΑΟΚ το έφερε εις πέρας αήττητος με τον Πορτογάλο να αποτελεί τον MVP στο νταμπλ της περιόδου 2018/19. Η πιο συγκινητική στιγμή στην καριέρα του διαδραματίστηκε στη φιέστα της Τούμπας, όταν ο Ρουμάνος τον πέρασε στο χορτάρι παρότι ταλαιπωρούταν από ρήξη χιαστού.
Ο Βιεϊρίνια επέστρεψε ακόμα πιο δυνατός μετά τον βαρύ τραυματισμό και έμεινε για όλη του τη ζωή στο σύλλογο. Μερικά από τα αποκορυφώματα της υπόλοιπης καριέρας του ήταν το γκολ στον κερδισμένο τελικό του Κυπέλλου το 2021 κόντρα στον Ολυμπιακό και το τέρμα στη Θεσσαλονίκη στην προτελευταία αγωνιστική της Super League του 2024 με αντίπαλο τον Παναθηναϊκό, που στη συνέχεια οδήγησε στο 4ο πρωτάθλημα της ομάδας. Με αυτόν τον τρόπο, ο Πορτογάλος έγινε ο ποδοσφαιριστής που έχει κατακτήσει τα περισσότερα τρόπαια με την ασπρόμαυρη φανέλα, φτάνοντας τα πέντε μαζί με τους Φερνάντο Βαρέλα και Άνχελ Κρέσπο.

Όσο τα χρόνια περνούσαν, οι αντοχές του αρχηγού «έπεφταν» αλλά δεν τον απέτρεψαν από το να προσφέρει βοήθειες στο σύλλογο μέχρι τα 39 του έτη. Τον Μάιο του 2025 έπεσε ο επίλογος στην Τούμπα και αποθεώθηκε από όλο το γήπεδο για ακόμη μία φορά, προτού κρεμάσει οριστικά τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια. Στις 11μιση σεζόν που τίμησε τον ΠΑΟΚ, ο Βιεϊρίνια κατέγραψε 344 συμμετοχές σημειώνοντας 51 γκολ και μοιράζοντας 45 ασίστ, ενώ αποτέλεσε τον κορυφαίο ξένο που φόρεσε ποτέ τον Δικέφαλο στο στήθος και έναν από τους καλύτερους παίκτες στην 100ετή ιστορία του συλλόγου. Ωστόσο, το ταξίδι του -πλέον- Ελληνοπορτογάλου στην ομάδα της Θεσσαλονίκης δεν σταμάτησε εκεί καθώς σχεδόν αμέσως ανέλαβε πόστο στην ΠΑΕ. Έτσι, οι οπαδοί μπορούν να συνεχίσουν να τον απολαμβάνουν στο πλευρό του Λουτσέσκου και τα πάντα είναι ανοιχτά για το μέλλον, στο οποίο θα μπορούσε να εργαστεί ακόμα και από διαφορετικές θέσεις για το καλό της ομάδας.

Άλλα ονόματα που συνδέθηκαν στο έπακρο με τον ΠΑΟΚ
Τέλος, πρέπει να γίνει αναφορά και σε μερικά ονόματα που αν και δεν κατάφεραν να μπουν στη συγκεκριμένη λίστα, βρίσκονται στην ίδια κατηγορία παικτών που λάτρεψαν την ομάδα και προσέφεραν τα πάντα κατά την ποδοσφαιρική τους καριέρα και όχι μόνο. Από τον Γιάννη Γούναρη, τον Γιώργο Σκαρτάδο, τον Γιώργο Τουρσουνίδη και τον Θοδωρή Ζαγοράκη έως τους πιο σύγχρονους ήρωες, δηλαδή τον Δημήτρη Σαλπιγγίδη και τον Στέφανο Κλάους Αθανασιάδη, ενώ υπάρχουν και πολλοί άλλοι που θα άξιζαν να βρίσκονται στη λίστα.

Ακολουθήστε τη σελίδα του metrosport.gr και στο google news
Μπείτε στην παρέα μας στο instagram
Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook
Εγγραφείτε στο κανάλι του metrosport.gr και του Metropolis 95.5 στο youtube
