ΔΙΑΒΑΖΕΤΕ :

Τζενάρο Γκατούζο: Ένα μικρό θαύμα ενός μεγάλου μαχητή

Τζενάρο Γκατούζο: Ένα μικρό θαύμα ενός μεγάλου μαχητή

Ποτέ δεν του άρεσαν τα εύκολα, ούτε και τώρα. Γι' αυτό και όταν τον κάλεσε η Μίλαν να αναλάβει μια mission impossible, δεν το σκέφτηκε λεπτά. ΠΑΜΕ...

 

Ο ιδιόρρυθμος και σε πολλές περιπτώσεις «εκρηκτικός» τεχνικός, Τζενάρο Γκατούζο, δε φημίζεται για την ηρεμία του. Εντούτοις, ο προπονητής των «ροσονέρι» έχει καταφέρει να μαζέψει τα ασυμμάζευτα της Μίλαν τρέχοντας ένα αήττητο σερί.

 

Πολλοί τον θυμούνται να χαστουκίζει τον κατά 20 πόντους ψηλότερό του, Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς και άλλοι να δείχνει την κίτρινη κάρτα στον διαιτητή σε ματς της Σιόν. Το «metrosport.gr» σας θυμίζει όλη την πορεία του «εκρηκτικού» Ιταλού.

 

Από την αμφισβήτηση στο αήττητο σερί

 

Αν και αμφισβητήθηκε από πολλούς ως επιλογή για τη θέση του προπονητή, αφού στο πέρασμά του από τους πάγκους των Σιόν, Παλέρμο, ΟΦΗ και Πίζα δεν συντάραξε, ο Γκατούζο ξέρει πολύ καλά τι εστί Μίλαν. Αυτό αποτυπώνεται στο ότι έχει καταφέρει να αναπτερώσει το ηθικό της ομάδας. Οι Μιλανέζοι αγνοούν την ήττα και μπορούν, πλέον, να κοιτάξουν με αισιοδοξία το υπόλοιπο της σεζόν, καθώς προκρίθηκαν στον τελικό του Κυπέλλου Ιταλίας.

 

 

Ένας «εκρηκτικός» μηχανισμός

 

Ο Ρίνο είναι μια «εκρηκτική» φυσιογνωμία. Ενέργεια, αυταπάρνηση, επιθετικότητα, πάθος, τρέλα, χειρονομίες, τσαμπουκάδες. Αυτή η συμπεριφορά ήταν, άλλωστε, που τον χαρακτήριζε σε όλα τα χρόνια του ως ποδοσφαιριστής.

 

Ο γεννημένος στις 9 Ιανουαρίου 1978 Τζενάρο, ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στην Περούτζια από πολύ μικρή ηλικία, στις αρχές του 1990. Μόλις στα 19 του χρόνια αποφάσισε να μετακομίσει στη Σκωτία και την Ρέιντζερς Γλασκώβης, όντας προσωπική επιλογή του τότε προπονητή της ομάδας, Γουόλτερ Σμιθ.

 

Λίγους μήνες αργότερα, όμως, ο Σμιθ απομακρύνθηκε από τον πάγκο και ο προπονητής που τον αντικατέστησε χρησιμοποίησε τον Γκατούζο ως δεξί μπακ, θέση στην οποία δεν μπορούσε να αποδώσει κι έτσι πήρε την απόφαση να επιστρέψει στην πατρίδα του.

 

Ο Μιλανέζος μαχητής

 

Το καλοκαίρι του 1998 η Σαλερνιτάνα, που μόλις είχε ανέβει στη Serie A , δαπάνησε περίπου 5,5 εκατομμύρια ευρώ για να τον ενσωματώσει στο δυναμικό της. Εκεί πήρε αμέσως θέση βασικού, έπαιξε ως αμυντικό χαφ και ξεχώρισε με τις εμφανίσεις του.

 

Αυτό έκανε την Μίλαν να τον εντάξει στο δυναμικό της χωρίς δεύτερη σκέψη στο τέλος της σεζόν έναντι 8 εκατομμυρίων ευρώ. Στους «ροσονέρι» βρήκε το λιμάνι του καθώς παρέμεινε για 13 χρόνια κατακτώντας 2 φορές το Τσάμπιονς Λιγκ, το Πρωτάθλημα Ιταλίας, το Κύπελλο Ιταλίας, 2 φορές το ΟΥΕΦΑ Σούπερ Καπ και το Παγκόσμιο Κύπελλο συλλόγων.

 

 

Ο Γκατούζο βρήκε γρήγορα θέση βασικού στην εντεκάδα. Η αυταπάρνηση, η επιθετικότητα και το πάθος του τον έκαναν να ξεχωρίσει, το «νεύρο» του όμως τον κατέστησε ως έναν από τους καλύτερους αμυντικούς μέσους.

 

Παράλληλα, αγωνιζόμενος με τον εθνόσημο στέφθηκε πρωταθλητής κόσμου το 2006 στο Μουντιάλ της Γερμανίας.

 

Ο τραυματισμός και η αποχώρηση

 

Στις 9 Σεπτεμβρίου του 2011 η μοίρα έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι στον Γκατούζο. Σε ένα παιχνίδι κόντρα στη Λάτσιο, μετά από σύγκρουση με συμπαίκτη του, του προκλήθηκε δυσλειτουργία των κρανιακών νεύρων που ελέγχουν την κίνηση των ματιών και χρειάστηκε να υποβληθεί σε επέμβαση.

 

Η καριέρα του έμοιαζε να φτάνει στο τέλος της άδοξα μετά από αυτόν τον τραυματισμό, αλλά ο Γκατούζο δεν το έβαλε κάτω. Περνώντας την πόρτα της εξόδου της Μίλαν, στα 33 του μετακόμισε στη Σιόν, όπου αρχικά αγωνίστηκε ως ποδοσφαιριστής. Τον Φεβρουάριο του 2013 ανέλαβε το τιμόνι της ομάδας, κάνοντας δειλά τα πρώτα του βήματα ως προπονητής.

 

 

Η προπονητική καριέρα και ο ερχομός στην Ελλάδα

 

Στη Σιόν δεν έμεινε πολύ, αφού τρεις μήνες μετά την ανάληψη της τεχνικής ηγεσίας απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του λόγω των φτωχών αποτελεσμάτων. Γρήγορα βρήκε το νέο του σταθμό στη Παλέρμο, χωρίς όμως να μακροημερεύσει, όμοια με τη Σιόν.

 

Αφού έμεινε για αρκετούς μήνες ελεύθερος, στις 4 Ιουνίου του 2014 ο ΟΦΗ έκανε το μεγάλο «μπαμ» και τον έφερε στην Κρήτη. Παρά τα οικονομικά προβλήματα, η ομάδα κατάφερε να πείσει τον τρελό Ιταλό να την αναλάβει. Ωστόσο, τα αποτελέσματα του Γκατούζο δεν ήταν θετικά κι έτσι, στις 26 Οκτωβρίου του 2014 υπέβαλε την παραίτησή του. Βέβαια, μετά την παρότρυνση των φιλάθλων της ομάδας να συνεχίσει, παρέμεινε στο νησί. Το γυαλί, όμως, είχε ραγίσει κι έτσι στις 30 Δεκεμβρίου αποχώρησε οριστικά από την τεχνική ηγεσία του ΟΦΗ.

 

Ο Λίνο εμπλεκόταν σε έντονες αντιπαραθέσεις με δημοσιογράφους, παίκτες και παράγοντες σε ολόκληρη την προπονητική του θητεία. Αποτέλεσμα; Να λήγει πρόωρα η συνεργασία του με τις ομάδες.

 

Μόνο στην Πίζα έμεινε δύο σεζόν, στα 37 του χρόνια, όταν τον Αύγουστο του 2015 έβαλε την υπογραφή του σε διετές συμβόλαιο που του προσέφερε η διοίκηση του ιταλικού συλλόγου. Από τον πάγκο της Πίζα μέτρησε μία άνοδο στη Β’ κατηγορία και αμέσως έναν υποβιβασμό-επιστροφή στη Γ’ Ιταλίας. Ενδιάμεσα είχε προλάβει να έρθει σε ρήξη με τη διοίκηση, υποβάλλοντας την παραίτησή του, ωστόσο έναν μήνα αργότερα επέστρεψε στον πάγκο της ομάδας.

 

 

 

Τον περασμένο Νοέμβριο διαδέχτηκε τον Μοντέλα στον πάγκο της Μίλαν. Ο Τζενάρο Γκατούζο είναι αγαπητός στους φίλους της Μίλαν. Δεκατρία ολόκληρα χρόνια φόρεσε τη φανέλα της και ήταν μαχητικός υπέρ του δέοντος, δίνοντας πάντα τον καλύτερο εαυτό του. Μπορεί να ξεκίνησε με το αριστερό, ωστόσο έχει καταφέρει να μεταδώσει το πάθος του στο ρόστερ της Μίλαν, με τους διοικούντες να είναι έτοιμοι να του προσφέρουν νέο διετές συμβόλαιο με ανανεωμένες αποδοχές.

 

Οι επικές αντιδράσεις μέσα στο γήπεδο

 

Σε αρκετές περιπτώσεις της ποδοσφαιρικής του καριέρας ξεπέρασε τα όρια, παρασυρόμενος απ’ το πάθος που τον διακατείχε.

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το ματς της Μίλαν για το Τσαμπιονς Λιγκ το Σεπτέμβριο του 2003, όταν χαστούκισε τον κατά 20 πόντους ψηλότερό του, Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς και τελικά αποβλήθηκε.

 

Αξέχαστο παραμένει και το κυνηγητό του με τον Κρίστιαν Πόουλσεν, το 2005, σε αναμέτρηση με τη Σάλκε, προς υπεράσπιση του συμπαίκτη του, Κακά, που δέχτηκε σκληρό μαρκάρισμα.

 

Στιγμή που έχει γραφτεί στα πρακτικά είναι και το ματς κόντρα στην Τότεναμ τον Φεβρουάριο του 2011, όταν ο Λίνο έπιασε από τον λαιμό τον βοηθό προπονητή, Τζο Τζόρνταν, μετά από λογομαχία τους.

 

 

Εκρηκτικό ταπεραμέντο και στον πάγκο

 

Ως προπονητής δεν άλλαξε. Ο Λίνο ζει κάθε παιχνίδι σαν παίκτης και αν κάτι τον χαρακτηρίζει, αυτό είναι ο τσαμπουκάς.

 

Ποιος μπορεί να ξεχάσει την κίνησή του, να πάρει την κίτρινη κάρτα από τα χέρια του διαιτητή και να του την δείξει, ως διαμαρτυρία για τις αποφάσεις του, σε ματς της Σιόν τον Δεκέμβριου του 2012;

 

Αξέχαστη παραμένει και η επική συνέντευξη μετά την νίκη του ΟΦΗ επί του Ατρόμητου στις 21 Σεπτεμβρίου 2014, επιτέθηκε στα ΜΜΕ όταν κλήθηκε να σχολιάσει τις φήμες περί αποχώρησής του και δε δίστασε να τις χαρακτηρίσει ως μ@λακίες.

 

 

«Αποφάσισα να μη ξαναπαίξω ποδόσφαιρο με τους φίλους μου»

 

Ο τρελός Ιταλός δεν θέλει να χάνει σε τίποτα. Άλλωστε, όπως δήλωσε και ο ίδιος πρόσφατα: «Αποφάσισα να μην ξαναπαίξω ποδόσφαιρο με τους φίλους μου, γιατί ακόμα μπλέκω σε ανόητους καυγάδες μαζί τους συνεχώς. Δεν θέλω να χάνω σε τίποτα. Ούτε καν σε μια παρτίδα χαρτιά. Είναι ένα μεγάλο μέρος του χαρακτήρα μου αυτό και πάντα ήθελα να πετύχω σε ό,τι κι αν έκανα. Είναι μέρος του DNA μου».

 

Αυτή η συμπεριφορά αγαπήθηκε και αυτή η τρέλα και το πάθος ενήργησαν σαν «ένεση» ώστε η άτονη Μίλαν του Μοντέλα ν’ αρχίσει να μάχεται και να διεκδικεί.

 

«Ακόμα και τώρα, όταν κάθομαι στον πάγκο ως προπονητής, ζω και αναπνέω για το ματς με πολύ πάθος. Νιώθω ότι έχω ηρεμίσει αρκετά, αλλά αν κάποιος μου πει ότι πρέπει να γίνω ιερέας, θα του πω “συγνώμη, όχι”, επειδή μου αρέσει να έχω αυτό το πάθος. Χρειάζομαι να έχω αυτό το πάθος».

 

X